Τίγρη, τίγρη, φλεγόμενη λάμψη
στης νυκτός τα δάση:
Ποιο αθάνατο χέρι η ματιά
μπορεί να παραστήσει τη τρομακτική σου συμμετρία;
Σε τι απύθμενα βάθη η ουρανούς
έκαιγε η φωτιά των ματιών σου;
Με τι φτερά αποθαρρευεται να σε γυρεύει;
Ποιο το χέρι π' αποτολμά ν' αναμετρήσει τη φωτιά;
Και ποιοι είναι οι ώμοι και ποια η τέχνη
Που θα λύγιζαν το σφρίγος της καρδιάς σου;
Και άμα τούτη η καρδιά αρχίζει να πάλλεται,
Ποιο τρεμάμενο χέρι; Και ποια τρεμάμενα πόδια;
Ποιο το σφυρί; Ποια η αλυσίδα;
Σε ποιο καμίνι χωνεύτηκε το μυαλό σου;
Ποιο το αμόνι; Ποια τρομερή λαβή;
Τολμά τους θανατηφόρους φόβους της να σου περάσει;
Όταν τ’ άστρα έριξαν τα δόρατά τους
Και πότισαν τα ουράνια με τα δάκρυά τους:
Χαμογέλασε όταν είδε το έργο Του
Αυτός που έπλασε τ' αρνί και εσένα έχει πλάσει;
Τίγρη, τίγρη, φλεγόμενη λάμψη
Στης νυκτός τα δάση!
Ποιο αθάνατο χέρι η ματιά
Τολμά να παραστήσει την τρομακτική σου συμμετρία;
« Παιδί μου, δε γεννιόμαστε όλοι με φτερά. Μπορεί να μην είσαι υποχρεωμένος να πετάξεις, νομίζω όμως πως είναι κρίμα να μείνεις μόνο στο περπάτημα αφού έχεις τα φτερά που ο καλός Θεός σου έδωσε.»
«Μα δεν ξέρω να πετάω» απάντησε ο γιος.
«Σωστά…» είπε ο πατέρας. Και περπατώντας, τον πήγε ως το χείλος του γκρεμού, στο βουνό.
«Βλέπεις γιε μου; Το κενό. Όταν θελήσεις να πετάξεις, θα έρθεις εδώ θα πάρεις βαθιά ανάσα, θα πηδήξεις στην άβυσσο και απλώνοντας τα φτερά σου θα πετάξεις».
Ο γιος αμφέβαλλε.
«Κι αν πέσω;»
«Ακόμα κι αν πέσεις, δε θα σκοτωθείς. Οι λίγες γρατζουνιές θα σε κάνουν πιο δυνατό στην επόμενη προσπάθεια» αποκρίθηκε ο πατέρας.
Το παιδί γύρισε στο χωριό να δει τους φίλους του, τις παρέες του, όλους εκείνους που είχε συντρόφους στην πορεία της ζωής του. Οι πιο στενόμυαλοι του είπαν:
«Είσαι τρελός; Για ποιο λόγο; Ο πατέρας σου είναι μισότρελος… Για ποιο λόγο να πετάξεις; Τι σου χρειάζεται; Γιατί δεν αφήνεις τις ανοησίες; Τι νόημα έχει να πετάξεις;»
Οι καλύτεροι φίλοι του τον συμβούλεψαν:
«Κι αν είναι αλήθεια; Μα σίγουρα δεν είναι επικίνδυνο; Γιατί δεν αρχίζεις σιγά-σιγά; Δοκίμασε να πηδήξεις από μια σκάλα ή από την κορυφή ενός δέντρου. Αλλά από τον γκρεμό, βρε παιδί μου;…»
Ο νεαρός άκουσε τις συμβουλές όσων τον αγαπούσαν. Ανέβηκε στην κορυφή του δέντρου και, με όλο του το θάρρος, πήδηξε. Άνοιξε τα φτερά του, τα κούνησε στον αέρα με όλη του τη δύναμη αλλά, δυστυχώς, έπεσε στο έδαφος.
Μ’ ένα καρούμπαλο στο κεφάλι συνάντησε τον πατέρα του.
«Μου είπες ψέματα! Δεν μπορώ να πετάξω. Το δοκίμασα και κοίτα πως χτύπησα! Δεν είμαι σαν κι εσένα. Τα φτερά μου είναι μόνο για στολίδι.»
«Παιδί μου» είπε ο πατέρας, «για να πετάξεις, πρέπει να έχεις τον απαραίτητο ελεύθερο χώρο στον αέρα, ώστε τα φτερά σου να ξεδιπλωθούν. Είναι σαν να πέφτεις με αλεξίπτωτο: χρειάζεσαι κάποιο ελάχιστο ύψος για να πηδήξεις.
Για να πετάξεις πρέπει να αρχίσεις να ριψοκινδυνεύεις.
Αν δε θέλεις να το κάνεις, καλύτερα να συμβιβαστείς και να μείνεις για πάντα στο περπάτημα.»
Ή λέγε τι σιγής κρείττον ή σιγήν έχε. X
ΟΙ ΣΟΒΑΡΟΙ ΚΛΟΟΥΝ - ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ
Τους είδα στα υπόγεια καταφύγια κείνες τις νύχτες του Μαγιού με βλέμμα καρφωμένο προς την πόρτα ανήσυχο από το φόβο του διωγμού.
Τους είδα βιαστικούς μέσα στη νύχτα σ' ένα παράνομο κρυφτό δραπέτες των λεωφόρων σκορπώντας στους πολίτες πανικό.
Τους είδα σε διαδήλωση να φεύγουν με τη γεύση του μισού το πλήθος ξέρναε την αγρύπνια τους και τους σημάδευε το μάτι ενός φακού.
Στα σκοτεινά δωμάτια με συζητήσεις που δεν τέλειωσαν ποτέ στις μυστικές βιβλιοθήκες και στα πάρκα με Πόε, με Ντε Σαντ και Μαρκ Τουέν και με μια άγνωστη αρρώστια στη σάρκα.
Γυμνοί από αγάπη κι από μίσος διωγμένοι σαν εξτρεμιστές γνωρίσαν τον Χριστό μέσα απ' την πείνα τους ή μες στις φυλακές πεθαίνοντας στον τρόμο ότι πεθαίνουν στην αγωνία της επόμενης στιγμής.
Τους είδα περαστικούς από τις αίθουσες των Πανεπιστημίων και των δημόσιων σκοτεινών ψυχιατρείων να συλλαβίζουνε την αλφαβήτα της κραυγής.
Όσο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων,
αλλά... αλλά ποιος σήμερα ν' αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.
"Χρωματίζω πουλιά και περιμένω να κελαηδήσουν"
Αλλά μια μέρα δεν άντεξα.
Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω.
Όχι, μου λένε.
Έτσι πήρα την εκδίκησή μου και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους.
"Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι"
Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά...
Τι έχετε, μου λένε.
Εγώ; Εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν,
μ' αυτόν τον τρόπο.
Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.
Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.
Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,
αλλά εκείνη αρνείται.
"Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε,
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν' ακουμπήσω,
μια μικρή ανεμώνη."
Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ
"μια μικρή ανεμώνη." έτσι ξέχασα να ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ' ένα μυστικό που το 'χα μάθει από παιδί,
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.
Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ' όνειρα στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ' τους αγγέλους.
Ήτανε πάντοτε αλλού.
Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.
"Sos, Sos, Sos, Sos
Φυσάει απόψε φυσάει,
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω από τις γέφυρες φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.
Φυσάει απόψε φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.
Δώσ' μου το χέρι σου φυσάει,
δώσ' μου το χέρι σου."
Τάσος Λειβαδίτης
Είναι χειμώνας ίσως και καλοκαίρι
δεν θυμάμαι ακριβώς Αυτά τα ίσως και τα αχ πονάνε σαν καρφιά
στο τσιμέντο της ταράτσας Πώς να ημερέψουν τα γιατί
αν δεν πάψουν τα ερωτήματα Βρε δε μπα να ελπίζεις ότι θέλεις
δεν σε ακούει κανείς εκεί πάνω Πάει να σπάσει το κεφάλι μου
πότε θα κάνει ευτυχία; Και εγώ εδώ να γυρίζω το χρόνο
και η Γη να γυρίζει στην ταράτσα του ονείρου Γύρω από τον ήλιο, γύρω από τον ήλιο
μέχρι το θάνατο
Καληνύχτα ήλιε
Δημήτρης Ζερβουδάκης – Αυτό το αχ να μην το λες
Με τα θαλασσινά πουλιά
ποτέ σου μη τα βάζεις
γιατί είναι ταξιδιάρικα
μόνα και πεισματάρικα
και γρήγορα τα χάνεις
Αυτό το αχ να μην το λες
το λες να μην το ξαναλές
για θα σου γίνει πάθος
Γιατί θα γίνει τελικά
αυτό το αχ στην μοναξιά
το πιο βάρυ σου λάθος
Απ’ όλα τ’ άστρα του ουρανού
ένα είναι που σου μοιάζει
κείνο που βγαίνει την αυγή
γράφει τη πιο τρελή γραμμή
και τ' άλλα σκοτεινιάζει
Θεέ μου χαράς του του πουλιού
όπου πετάει στα ύψη
όπου αγαπά εκεί πατά
τη πιο ελαφριά περπατησιά
και του περνάει η θλίψη
Είμαι καράβι από χαρτί
στα χεριά μ' έχει ένα παιδί
στου κόσμου τη πλημμύρα
και αναρωτιέμαι τι θα πει
αυτό το αχ και το γιατί
τι να μου γράφει η μοίρα
Αυτό το αχ να μην το λες
το λες να μην το ξαναλές
για θα σου γίνει πάθος
Γιατί θα γίνει τελικά
αυτό το αχ στην μοναξιά
το πιο βαρύ μας λάθος
Μια σχέση δοκιμάζεται στα δύσκολα αλλά κυρίως στα εύκολα. Να χαίρεσαι με τη χαρά του άλλου είναι πολύ πιο δύσκολο από το να συμπάσχεις στις λύπες, πράγμα που όσο αγαθές κι αν είναι οι προθέσεις ενδόμυχα μας προσφέρει μια γλυκιά ανακούφιση, «δεν υποφέρω εγώ».
Απαραίτητη αφετηρία η μη άσκοπη και ανούσια χρήση του όρου φίλος-η!
Παρατήρησα πως την χρήση «ο κολλητός μου-η κολλητή μου» ο κόσμος την έχει ψωμοτύρι! Ένας μήνας παρέα αρκεί για να σε κάνει κολλητό, 2 μαλακίες και μια «εκ βαθέων» εξομολόγηση των αισθηματικών προβλημάτων. Ο χρόνος δεν παίζει τόσο ρόλο όσο η εμπιστοσύνη και η απαραίτητη ζύμωση στη σχέση, όπως και σε κάθε σχέση φιλική, εργασιακή, ερωτική.
Όλοι έχουμε προβλήματα τι να κάνουμε… ΠΩΣ; να δω το ποτήρι μισογεμάτο, (να έχω ψευδαισθήσεις;), αφού ξεκάθαρα το βλέπω μπροστά μου ότι είναι μισοάδειο…
Και ναι μπορώ, ναι μπορώ, ναι μπορώ, ναι μπορώ …..
Καμένες Ιθάκες εδώ και εκεί και εγώ να περπατώ δίπλα σε πτώματα.
Ευχολόγια δεν πιάνουν εδώ, αν είχα μόνο μια κίνηση προς την Ευτυχία θα την άρπαζα από τα μαλλιά, αλλά πού τέτοια τύχη. Πόσο μάλλον όταν το τρένο δεν περνάει και δεύτερη φορά. Και θα μου πεις μα καλά μπαίνεις σε βαγόνι που περνάει μόνο μια φορά; Είσαι τρελή;Πάλι στη ταράτσα θα τη βγάλω το βράδυ…
Το ζήτημα είναι πως δεν έχω όρεξη να ετοιμαστώ για πουθενά γιατί απλά νιώθω χάλια. Τι να κάνω; Πάω στο καθρέφτη… «φτου μου, όμορφη είμαι σήμερα» ή μήπως «που πας έτσι ρεεεεε;» Παίζει, προς τα πάνω ή προς τα κάτω; Κάθε μπαταρία έχει δύο πόλους, αρνητικό και θετικό… Οπότε, ζήτημα επιλογής τι θα ακολουθήσεις.
Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι
μες στους ανθρώπους… τα περίπτερα πως κρυώνουνε
απ’ τις βρεγμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πως τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος της θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιο πριν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και τη ντροπή σου
ύστερα από δυο χρόνια που βρήκες λεφτά
πως να τα ζητήσεις
πως τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά
μας αλλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στυλ της καρέκλας...
Κατερίνα Γώγου
Νάνα Μούσχουρη ~ Ο ταξιδιώτης του ονείρου
Εδώ σ' αυτό το παραθύρι
κοντά μου κάποτε είχες γείρει
κι από του ήλιου το ποτήρι
να πιούμε μου 'λεγες το φως.
Σκοτάδι τώρα πέφτει μπρος μου
μετρώ την ερημιά του κόσμου
κι εσύ που ήσουν αδερφός μου λυγμός απόμεινες κρυφός.
Πού πας του ονείρου ταξιδιώτη
στερνή αγάπη μου και πρώτη,
από το χρόνο τον προδότη
ποτέ δε γλίτωσε κανείς.
Πού πας πουλί κατατρεγμένο
πού πας κυνηγημένο τρένο,
σε ποιο σταθμό να περιμένω
μπροστά μου πάλι να φανείς;
Τη μια μέρα το σπίτι μυρίζει φρεσκοψημένο ψωμί και την άλλη καπνό και αίμα. Τη μια μέρα λιποθυμάς επειδή μαράθηκε ο βασιλικός. Μια βδομάδα αργότερα δρασκελίζεις πτώματα παιδιών στον βομβαρδισμένο υπόνομο. Τι ελπίδα μπορεί να υπάρξει αν τα πράγματα είναι έτσι;
Γύρω στο τέλος του πολέμου προσπάθησα να πεθάνω. Κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο ξαναγυρνούσε, (εγώ στο μπαλκόνι και το καράβι να κόβει βόλτες γύρω μου, πότε δεξιά και πότε αριστερά) μέχρι που δεν τολμούσα να κοιμηθώ πια και αρρώστησα.
Έβλεπα πως είχα ένα παιδί. Αλλά ακόμη και μέσα στο όνειρο καταλάβαινα πως το παιδί ήταν η ζωή μου και ήταν καθυστερημένο και προσπαθούσα να φύγω μακριά του. Αυτό όμως επέμενε ν’ ανεβαίνει στην αγκαλιά μου και να γαντζώνεται στα ρούχα μου, μέχρι που κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι, αν μπορούσα να το φιλήσω ό, τι μέσα του ήταν δικό μου, θα μπορούσα να ξανακοιμηθώ…
Έτσι έσκυψα πάνω στο τσακισμένο πρόσωπό του. Ήταν φρικτό… Μα το φίλησα. Νομίζω, πως πρέπει να πάρει κανείς τη ζωή του στην αγκαλιά του και να τη φιλήσει.
Δεν έχει σημασία ποιόν έχεις πληγώσει, αν έμαθες να μην ξαναπληγώσεις.!
Δεν ξέρω πως, δεν ξέρω που, δεν ξέρω πότε... όμως τα βράδια κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα κι η μουσική είναι φίλη μας - και συχνά μέσα στον ύπνο ακούμε τα βήματα- ή περνούν μες στον καθρέφτη πρόσωπα που τα είδαμε κάποτε σ ' ένα δρόμο ή ένα παράθυρο και ξανάρχονται επίμονα σαν ένα άρωμα απ ' τη νιότη μας - το μέλλον είναι άγνωστο το παρελθόν ένα αίνιγμα.... η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη... Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι... οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ ' ένα λυγμό οι ταχυδρόμοι ξεχάσαν το δρόμο κι η εξήγηση θα ' ρθει κάποτε όταν δεν θα χρειάζεται πια καμιά εξήγηση...
Απαντώ στη σιωπή σου μ'ένα φως ήρεμο. Όσο και νά'ναισαν τον Ατλαντικό οι στιγμές μου ταραγμένεςόσο κι αν η καρδιά στα βάθη μου χορεύει όπωςμια φλόγα φωτιάς, το αίμα μου καίγεται σαν έναμακρύ δάσος σε μιαν απέραντη πλαγιά... όσο κι αν έναςόμορφος ήλιος βασίλεψε,σου γράφω. Άν όχι τίποτε άλλοσ'ένα μικρό φύλλο χαρτιού σου γράφω και σου στέλνωτο παιδικό μου αλώβητο χαμόγελο σαν ένα φεγγάριμέσα σε μια στέρνα...Η σιωπηλή παρουσία σου μ'έμαθε πως σιωπή δεν υπάρχει...Κι όταν τη νύχτα κοιτάζεις τον ουρανόακούω τ'αστέρι που πλέει μες στο βλέμμα σου.Κι είναι αυτό που ακούω πολύ δυνατότερο απ'αυτο που γράφωκι απ'αυτό που μπορώ να σου πώ. Όλα είναι γραμμένα...Αρκεί να μπορεί να διαβάζει η καρδιά τα ψηφία της κτίσεως...Οι στίχοι είναι αντίλαλοι. Αφουγκράζομαι στο άπειροτο χαίρε των κόσμων που παραπλέουν ο ένας τον άλλονχαιρετιώνται κι αποχωρίζονται.Απόψε τελειώσανε όλες οι λέξεις μου...Πες πως είμαιένας ελεύθερος άνεμος που γυρνά μέσα στο μέλλον...Πες τους πως εγώ κι ο ήλιος είμαστε πάντοτε σε πορεία...Πές πως δε σου'γραψα τίποτα... Πως σου έστειλα μονάχατο παιδικό μου χαμόγελο αλώβητο σαν ένα φεγγάριμέσα σε μια στέρνα...Νικηφόρος Βρεττάκος
'Αφησέ με να 'ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!Είναι καλό το φεγγάρι - δε θα φαίνεταιπου ασπρίσαν τα μαλλιά μου.Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.'Αφησέ με να 'ρθω μαζί σου.'Οταν έχει φεγγάριμεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνουλησμονημένα λόγια -δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικοςαέραςμπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.Άφησέ με νάρθω μαζί σου. ...Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να 'ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.'Εχει υγρασία τα βράδια και το φεγγάριδε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;Α, φεύγεις; Καληνύχτα. 'Οχι, δε θα 'ρθω. Καληνύχτα.Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους πρέπεινα βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.Ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,να μην ακούω τα βήματά σου,μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου...Γιάννης Ρίτσος
Σε θυμάμαι όπως ήσουν το τελευταίο φθινόπωρο.Ήσουνγκρίζος μπερές και καρδιάσε γαλήνη.Στα μάτια σου τσακώνονταν του δειλινού οι φλόγες.Και τα φύλλα έπεφταν στο νερό της ψυχής σου.Κολλημένη στα μπράτσα μου σαν αναρριχητικό,τα φύλλα μάζευαν την αργή και ήρεμη φωνή σου.Φωτιά της έκπληξης όπου η δίψα μου καίγεται.Γλυκός γαλάζιος υάκινθος πλεγμένος στην ψυχή μου.Νιώθω να ταξιδεύω στα μάτια σου σ' απόμακρο φθινόπωρο:γκρίζος μπερές, φωνή πουλιού και καρδιά σπιτικήόπου μετανάστευαν οι πιο βαθιές λαχτάρες μουκι έπεφταν τα φιλιά μου ζωηρά σαν κάρβουνα.Από καράβιουρανός, από τον κάμπο λόφοι.Η θύμησή σου είν' από φως, από καπνό, από λιμνούλα σε γαλήνη!Πιο πέρα από τα μάτια σου φλεγόντουσαν τα δειλινά.Φύλλα ξερά φθινοπωρινά στροβιλιζόνταν στην ψυχή σου.Pablo Neruda, 1924Μετ. Μαριάννα Τζανάκη
Οι αγάπες
Θα 'ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μουθα καθίσουν βαθιά λυπημένες.Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμποκαι θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.«Αδελφέ» θα μου πουν «δέντρα φεύγουνεμες στη θύελλα, και πια δε μπορούμε,δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.Ένα θάνατο πάρε και δώσε.Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.«Τα χρυσά πού 'ναι τώρα φθινόπωρα,πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστροουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;«Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζετο σκληρό μας, αβέβαιο ταξίδι.Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,ένα θάνατο πάρε και δώσε.»Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,θ' απομείνουν βουβές, μυροφόρες.Ολοένα στην ήσυχη κάμαραθα βραδιάζει, και μήτε θα βλέπωτα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τουςπου γεμίζανε φως τη ζωή μου...Κ. Γ. Καρυωτάκης
Το πνεύμα μου, σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα,λύνεται απόψε στο άπειρο χωρίς να βρίσκει αναπαμό.Τις ζώνες γύρω του έσπασε και ανατινάζεται θερμότο πνεύμα μου σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα.Σαν γαλαξίας απέραντος το σύμπαν σέρνω στο χορό.Ήλιο τον ήλιο γκρέμισα, θόλο το θόλο χάλασα,κι είμαι σαν μιαν απέραντη, πλατιά γαλάζιαθάλασσα,που οι στενοί πάνω μου ουρανοί δε μου σκεπάζουν το νερό.Νικηφόρος Βρεττάκος
Mονόγραμμα, III
Έτσι μιλώ για σένα και για μέναEπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρωNα μπαίνω σαν ΠανσέληνοςAπό παντού, για το μικρό το πόδι σου μέσ' στ' αχανή σεντόνιαNα μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμηAποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνωMέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές τηςθάλασσας στοέςYπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνεAκουστά σ' έχουν τα κύματαΠώς χαϊδεύεις, πώς φιλάςΠώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"Tριγύρω στο λαιμό στον όρμοΠάντα εμείς το φως κι η σκιάΠάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενοΠάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιάTο βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιάΨηλά στο σπίτι με τις κληματίδεςTα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνειΠάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνειTο γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώEπειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώΠάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:Tόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμοTόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιάTριγύρω ηθάλασσα η δεσποτικήKαμάρα τ' ουρανού με τ' άστραTόσο η ελάχιστή σου αναπνοήΠου πια δεν έχω τίποτε άλλοMέσ' στους τέσσερεις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμαNα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μουNα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποιEπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένοΔεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούςEίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μουNα μιλώ για σένα και για μένα.Οδυσσέας Ελύτης
Εδώ σε αγαπάω. Στα σκοτεινόχρωμα πεύκα χτενίζει τα μαλλιά του ο άνεμος.Φωσφορίζει η σελήνη πάνω στ' αλήτικα νερά της θάλασσας.Περνάνε μέρες, μέρες απαράλλαχτες,αποπέμποντας η μια την άλλη.Τα τούλια της ομίχλης σκίζονταισε φιγούρες λεπτές ορχουμένων.Ασημόχρυσος γλάρος πετιέταιμες απ' το δίσκο του ήλιου που βασιλεύει.Εδώ κι εκεί ένα άλμπουρο. Και πάνω, στα ύψη, αστέρια.Ω εκείνο εκεί το μαύρο σταυρωτό τουρκέτο της βαρκούλας!Κατάμονο.Πετιέμαι κάπου - κάπου από το λήθαργοκι είμαι μούσκεμα ως το μεδούλι.Βουίζει κι αντιβουίζει το πέλαγος.Κι εδώ είν' το λιμάνι.Εδώ σ' αγαπάω.Εδώ σ' αγαπάω εγώ!Δεν πα' να σε κρύβει όσο θέλει ο ορίζοντας - ματαιοπονεί!Εσένα σ' αγαπάω εγώ. επιμένω.ακόμα και μέσα στην ψύχρα των γύρω πραγμάτων.Κάθε τόσο φεύγουν τα φιλιά μουκαι πάνε μαζί με τα καράβια εκείνα,τα ποντοπόρα, και φτάνουν πέρ' απ' το τέρμα, στα εκείθε.Κάθομαι εδώ παρατημένος σαν τις γέρικες άγκυρες.Μαραζώνουν οι μόλοι βαρύτεραμόλις έρχεται να δέσει εκεί το βράδυ.Χαραμίζεται η ζωή μου μέσα στην πείναπου με τρώει αδίκως.Αγαπώ αυτό που δεν έχω. Είσαι μακριά εσύ, τόσο μακριά.Ο καημός μου πιάνεται στα χέρια με τ' ανελέητα δειλινά.Έρχεται όμως μετά η νύχτα και με καλοπιάνει με τραγούδια.Και το φεγγάρι βάνει το γαϊτανάκι των ονείρων να γυρνάει.Με κοιτάν με τα μάτια σου από πάνωτα πιο μεγάλα αστέρια.Κι εκεί που, αγάπη μου, σε αγαπώ,τα πεύκα μες στον άνεμολαχταράνε να τραγουδήσουν τ' όνομά σουμε τις πευκοβελόνες τους.Pablo Neruda
Κρατώ λουλούδι μάλλον.Παράξενο.Φαίνεται από την ζωή μουπέρασε κήπος κάποτε.Στο άλλο χέρικρατώ πέτρα.Με χάρη και έπαρση.Υπόνοια καμιάότι προειδοποιούμαι για αλλοιώσεις,προγεύομαι άμυνες.Φαίνεται από την ζωή μουπέρασε άγνοια κάποτε.Χαμογελώ.Η καμπύλη του χαμόγελου,το κοίλο αυτής της διαθέσεως,μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,έτοιμο.Φαίνεται από την ζωή μουπέρασε στόχος κάποτε.Και προδιάθεση νίκης.Το βλέμμα βυθισμένοστο προπατορικό αμάρτημα:τον απαγορευμένο καρπότης προσδοκίας γεύεται.Φαίνεται από την ζωή μουπέρασε πίστη κάποτε.Η σκιά μου παιχνίδι του ήλιου μόνο.Φοράει στολή δισταγμού.Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναισύντροφός μου ή καταδότης.Φαίνεται από την ζωή μουπέρασε επάρκεια κάποτε.Συ δεν φαίνεσαι.Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίογια να έχω σταθεί στην άκρη τουκρατώντας λουλούδικαι χαμογελώντας,θα πει πως όπου να’ ναι έρχεσαι.Φαίνεται από την ζωή μουζωή πέρασε κάποτε.Κική Δημουλά
Συγχώρα με, Αγάπη μου, που Ζούσα Πριν σε Γνωρίσω
Ήξερες να δίνεσαι αγάπη μου..Δινόσουνα ολάκερηκαι δεν κράταγες για τον εαυτό σουπαρά μόνο την έγνοιααν ολάκερη έχεις δοθεί..Όλα μπορούσανε να γίνουνεστον κόσμο αγάπη μουτότε που μου χαμογελούσες..Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωη μουείχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μουαγαπημένη μου..Μα και τι να πει κανείς..Όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινόςκαι τα μάτια σου τόσο μεγάλα..Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σουέζησα όλη τη ζωή..Θα ξαναβρεθούμε μια μέρακαι τότε όλα τα βράδιακι όλα τα τραγούδια θάναι δικά μας..Θάθελα να φωνάξω τ'ονομά σου,αγάπη,μ' όλη μου τη δύναμη..Να το φωνάξω τόσο δυνατάπου να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο,καμιά ελπίδα να μη πεθάνει..Θε μου πόσο ήταν όμορφησαν ένα φωτισμένο δέντρομια παλιά νύχτα των ΧριστουγέννωνΣυχώρα με, αγάπη μου,που ζούσα πριν να σε γνωρίσω..Μισώ τα μάτια μου,που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου..Θα σ' ακούω σαν τον τυφλό που κλαίει,ακούγοντας μακριά τη βουή μιας μεγάλης γιορτήςσ' αναζητάω σαν τον τυφλό,που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρταςσ'ενα σπίτι που' πιασε φωτιά,α, για να γεννηθείς εσύκι εγώ για να σε συναντήσωγι αυτό έγινε ο κόσμος..Κι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις,κλείνεις έξω απ' την πόρτα σουέναν ολάκερο πικραμένο κόσμο..Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον,είμαστε κιόλας νεκροί..Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρόέξω απ' την πόρτα σου,εσύ θα ξέρεις,πως πέθανε σφαγμένοςαπ' τα μαχαίρια του φιλιού,που ονειρευότανε για σένα..Ποδοπάτησε με,να έχω τουλάχιστον την ευτυχίανα μ'αγγίζεις..Τάσος Λειβαδίτης
Muere lentamente
Αργοπεθαίνειόποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.Αργοπεθαίνειόποιος έχει την τηλεόραση για μέντωρα τουΑργοπεθαίνειόποιος αποφεύγει ένα πάθος,όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρουκαι τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησηςαυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.Αργοπεθαίνειόποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω από ένα όνειρο,όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πάνσοφες συμβουλές.Αργοπεθαίνειόποιος δεν ταξιδεύει,όποιος δεν διαβάζει,όποιος δεν ακούει μουσική,όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα τουΑργοπεθαίνειόποιος καταστρέφει τον έρωτά του,όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχηή για τη βροχή την ασταμάτητηΑργοπεθαίνειόποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζειή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρειΑποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανόςχρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερηαπό το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.Μονάχα με μιά φλογερή υπομονήθα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.Pablo Neruda
Οι μικροί γαλαξίες
Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη.Σταματάνε για λίγο, στέκονται ο έναςαντίκρυ στον άλλο, μιλούν μεταξύ τους.Έπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουνσαν πέτρες που βλέπονται.Όμως, εσύ,δε λόξεψες, βάδισες ίσα, προχώρησεςμες από μένα, κάτω απ’ τα τόξα μου,όπως κι εγώ: προχώρησα ίσα, μες από σένα,κάτω απ’ τα τόξα σου. Σταθήκαμε ο ένας μαςμέσα στον άλλο, σα νάχαμε φτάσει.Βλέποντας πάνω μας δυο κόσμους σε πλήρηλάμψη και κίνηση,σαστίσαμε ακίνητοικάτω απ’ τη θέα τους -Ήσουν νερό,κατάκλυσες μέσα μου όλες τις στέρνες.Ήσουνα φως, διαμοιράστηκες. Όλεςοι φλέβες μου έγιναν άξαφνα έναδίχτυ που λάμπει: στα πόδια, στα χέρια,στο στήθος, στο μέτωπο.Τ’ άστρα το βλέπουνε, ότι:δυο δισεκατομμύρια μικροί γαλαξίες και πλέονκατοικούμε τη γη.Ν. Βρεττάκος