BLOGGER TEMPLATES AND TWITTER BACKGROUNDS »

19 Φεβρουαρίου 2012

ΡομαΝτισμόΣ aka ΜηδεΝισμόΣ


Τίγρη, τίγρη, φλεγόμενη λάμψη
στης νυκτός τα δάση:
Ποιο αθάνατο χέρι η ματιά
μπορεί να παραστήσει τη τρομακτική σου συμμετρία;

Σε τι απύθμενα βάθη η ουρανούς
έκαιγε η φωτιά των ματιών σου;
Με τι φτερά αποθαρρευεται να σε γυρεύει;
Ποιο το χέρι π' αποτολμά ν' αναμετρήσει τη φωτιά;

Και ποιοι είναι οι ώμοι και ποια η τέχνη
Που θα λύγιζαν το σφρίγος της καρδιάς σου;
Και άμα τούτη η καρδιά αρχίζει να πάλλεται,
Ποιο τρεμάμενο χέρι; Και ποια τρεμάμενα πόδια;

Ποιο το σφυρί; Ποια η αλυσίδα;
Σε ποιο καμίνι χωνεύτηκε το μυαλό σου;
Ποιο το αμόνι; Ποια τρομερή λαβή;
Τολμά τους θανατηφόρους φόβους της να σου περάσει;

Όταν τ’ άστρα έριξαν τα δόρατά τους
Και πότισαν τα ουράνια με τα δάκρυά τους:
Χαμογέλασε όταν είδε το έργο Του
Αυτός που έπλασε τ' αρνί και εσένα έχει πλάσει;

Τίγρη, τίγρη, φλεγόμενη λάμψη
Στης νυκτός τα δάση!
Ποιο αθάνατο χέρι η ματιά
Τολμά να παραστήσει την τρομακτική σου συμμετρία;

                                                                                    William   Blake


17 Φεβρουαρίου 2012

Μην ξεχνάς, υπάρχει και το RED BULL!!!


« ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΤΑΣ» – Χόρχε Μπουκάι

Όταν μεγάλωσε ο πατέρας του είπε:

« Παιδί μου, δε γεννιόμαστε όλοι με φτερά. Μπορεί να μην είσαι υποχρεωμένος να πετάξεις, νομίζω όμως πως είναι κρίμα να μείνεις μόνο στο περπάτημα αφού έχεις τα φτερά που ο καλός Θεός σου έδωσε.»

«Μα δεν ξέρω να πετάω» απάντησε ο γιος.

«Σωστά…» είπε ο πατέρας. Και περπατώντας, τον πήγε ως το χείλος του γκρεμού, στο βουνό.
«Βλέπεις γιε μου; Το κενό. Όταν θελήσεις να πετάξεις, θα έρθεις εδώ θα πάρεις βαθιά ανάσα, θα πηδήξεις στην άβυσσο και απλώνοντας τα φτερά σου θα πετάξεις».

Ο γιος αμφέβαλλε.

«Κι αν πέσω;»

«Ακόμα κι αν πέσεις, δε θα σκοτωθείς. Οι λίγες γρατζουνιές θα σε κάνουν πιο δυνατό στην επόμενη προσπάθεια» αποκρίθηκε ο πατέρας.

Το παιδί γύρισε στο χωριό να δει τους φίλους του, τις παρέες του, όλους εκείνους που είχε συντρόφους στην πορεία της ζωής του. Οι πιο στενόμυαλοι του είπαν:

«Είσαι τρελός; Για ποιο λόγο; Ο πατέρας σου είναι μισότρελος… Για ποιο λόγο να πετάξεις; Τι σου χρειάζεται; Γιατί δεν αφήνεις τις ανοησίες; Τι νόημα έχει να πετάξεις;»

Οι καλύτεροι φίλοι του τον συμβούλεψαν:

«Κι αν είναι αλήθεια; Μα σίγουρα δεν είναι επικίνδυνο; Γιατί δεν αρχίζεις σιγά-σιγά; Δοκίμασε να πηδήξεις από μια σκάλα ή από την κορυφή ενός δέντρου. Αλλά από τον γκρεμό, βρε παιδί μου;…»
Ο νεαρός άκουσε τις συμβουλές όσων τον αγαπούσαν. Ανέβηκε στην κορυφή του δέντρου και, με όλο του το θάρρος, πήδηξε. Άνοιξε τα φτερά του, τα κούνησε στον αέρα με όλη του τη δύναμη αλλά, δυστυχώς, έπεσε στο έδαφος.

Μ’ ένα καρούμπαλο στο κεφάλι συνάντησε τον πατέρα του.

«Μου είπες ψέματα! Δεν μπορώ να πετάξω. Το δοκίμασα και κοίτα πως χτύπησα! Δεν είμαι σαν κι εσένα. Τα φτερά μου είναι μόνο για στολίδι.»

«Παιδί μου» είπε ο πατέρας, «για να πετάξεις, πρέπει να έχεις τον απαραίτητο ελεύθερο χώρο στον αέρα, ώστε τα φτερά σου να ξεδιπλωθούν. Είναι σαν να πέφτεις με αλεξίπτωτο: χρειάζεσαι κάποιο ελάχιστο ύψος για να πηδήξεις.

Για να πετάξεις πρέπει να αρχίσεις να ριψοκινδυνεύεις.

Αν δε θέλεις να το κάνεις, καλύτερα να συμβιβαστείς και να μείνεις για πάντα στο περπάτημα.»


Ή λέγε τι σιγής κρείττον ή σιγήν έχε.
X

ΟΙ ΣΟΒΑΡΟΙ ΚΛΟΟΥΝ - ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ 

 

 Τους είδα στα υπόγεια καταφύγια
κείνες τις νύχτες του Μαγιού
με βλέμμα καρφωμένο προς την πόρτα
ανήσυχο από το φόβο του διωγμού.

Τους είδα βιαστικούς μέσα στη νύχτα
σ' ένα παράνομο κρυφτό
δραπέτες των λεωφόρων
σκορπώντας στους πολίτες πανικό.

Τους είδα σε διαδήλωση
να φεύγουν με τη γεύση του μισού
το πλήθος ξέρναε την αγρύπνια τους
και τους σημάδευε το μάτι ενός φακού.

Στα σκοτεινά δωμάτια
με συζητήσεις που δεν τέλειωσαν ποτέ
στις μυστικές βιβλιοθήκες και στα πάρκα
με Πόε, με Ντε Σαντ και Μαρκ Τουέν
και με μια άγνωστη αρρώστια στη σάρκα.

Γυμνοί από αγάπη κι από μίσος
διωγμένοι σαν εξτρεμιστές
γνωρίσαν τον Χριστό μέσα απ' την πείνα τους
ή μες στις φυλακές πεθαίνοντας στον τρόμο ότι πεθαίνουν
στην αγωνία της επόμενης στιγμής.

Τους είδα περαστικούς από τις αίθουσες των Πανεπιστημίων
και των δημόσιων σκοτεινών ψυχιατρείων
να συλλαβίζουνε την αλφαβήτα της κραυγής.


3 Φεβρουαρίου 2012

Run into the shadow... listen to the wind blow



 Ήταν ένας νέος ωχρός. Καθόταν στο πεζοδρόμιο.
Χειμώνας, κρύωνε.
Τι περιμένεις; του λέω.
Τον άλλον αιώνα, μου λέει.

"Που να πάω"

Ό
σο για μένα, έμεινα πάντα ένας πλανόδιος πωλητής αλλοτινών πραγμάτων,
αλλά... αλλά ποιος σήμερα ν' αγοράσει ομπρέλες από αρχαίους κατακλυσμούς.

"Χρωματίζω πουλιά και περιμένω να κελαηδήσουν"

Αλλά μια μέρα δεν άντεξα.
Εμένα με γνωρίζετε, τους λέω.
Όχι, μου λένε.
Έτσι πήρα την εκδίκησή μου και δε στερήθηκα ποτέ τους μακρινούς ήχους.

"Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι"

Κι ύστερα στο νοσοκομείο που με πήγαν βιαστικά...
Τι έχετε, μου λένε.
Εγώ; Εγώ τίποτα, τους λέω. Μόνο πέστε μου γιατί μας μεταχειρίστηκαν,
μ' αυτόν τον τρόπο.

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.
Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.
Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα,
αλλά εκείνη αρνείται.

"Όμως απόψε, βιάζομαι απόψε,
να παραμερίσω όλη τη λησμονιά
και στη θέση της ν' ακουμπήσω,
μια μικρή ανεμώνη."

Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου, ονειρεύτηκα πολύ
"μια μικρή ανεμώνη." έτσι ξέχασα να ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ' ένα μυστικό που το 'χα μάθει από παιδί,
ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο, αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε.
Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ' όνειρα στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ' τους αγγέλους.
Ήτανε πάντοτε αλλού.

Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.

"Sos, Sos, Sos, Sos
Φυσάει απόψε φυσάει,
τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι φυσάει,
κάτω από τις γέφυρες φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Φυσάει απόψε φυσάει,
μες στις κιθάρες φυσάει.

Δώσ' μου το χέρι σου φυσάει,
δώσ' μου το χέρι σου."

                                                               Τάσος Λειβαδίτης




Είναι χειμώνας ίσως και καλοκαίρι
δεν θυμάμαι ακριβώς
Αυτά τα ίσως και τα αχ πονάνε σαν καρφιά
στο τσιμέντο της ταράτσας
Πώς  να ημερέψουν τα γιατί
αν δεν πάψουν τα ερωτήματα
Βρε δε μπα να ελπίζεις ότι θέλεις
δεν σε ακούει κανείς εκεί πάνω
Πάει να σπάσει το κεφάλι μου
πότε θα κάνει ευτυχία;
Και εγώ εδώ να γυρίζω το χρόνο
και η Γη να γυρίζει στην ταράτσα του ονείρου
Γύρω από τον ήλιο, γύρω από τον ήλιο
μέχρι το θάνατο

Καληνύχτα ήλιε




Δημήτρης Ζερβουδάκης – Αυτό το αχ να μην το λες





Με τα θαλασσινά πουλιά
ποτέ σου μη τα βάζεις
γιατί είναι ταξιδιάρικα
μόνα και πεισματάρικα
και γρήγορα τα χάνεις

Αυτό το αχ να μην το λες
το λες να μην το ξαναλές
για θα σου γίνει πάθος

Γιατί θα γίνει τελικά
αυτό το αχ στην μοναξιά
το πιο βάρυ σου λάθος

Απ’ όλα τ’ άστρα του ουρανού
ένα είναι που σου μοιάζει
κείνο που βγαίνει την αυγή
γράφει τη πιο τρελή γραμμή
και τ' άλλα σκοτεινιάζει

Θεέ μου χαράς του του πουλιού
όπου πετάει στα ύψη
όπου αγαπά εκεί πατά
τη πιο ελαφριά περπατησιά
και του περνάει η θλίψη

Είμαι καράβι από χαρτί
στα χεριά μ' έχει ένα παιδί
στου κόσμου τη πλημμύρα
και αναρωτιέμαι τι θα πει
αυτό το αχ και το γιατί
τι να μου γράφει η μοίρα

Αυτό το αχ να μην το λες
το λες να μην το ξαναλές
για θα σου γίνει πάθος

Γιατί θα γίνει τελικά
αυτό το αχ στην μοναξιά
το πιο βαρύ μας λάθος



2 Φεβρουαρίου 2012

Την έκανα….Ταράτσα


Μια σχέση δοκιμάζεται στα δύσκολα αλλά κυρίως στα εύκολα. Να χαίρεσαι με τη χαρά του άλλου είναι πολύ πιο δύσκολο από το να συμπάσχεις στις λύπες, πράγμα που όσο αγαθές κι αν είναι οι προθέσεις ενδόμυχα μας προσφέρει μια γλυκιά ανακούφιση, «δεν υποφέρω εγώ».

Απαραίτητη αφετηρία η μη άσκοπη και ανούσια χρήση του όρου φίλος-η!

Παρατήρησα πως την χρήση «ο κολλητός μου-η κολλητή μου» ο κόσμος την έχει ψωμοτύρι! Ένας μήνας παρέα αρκεί για να σε κάνει κολλητό, 2 μαλακίες και μια «εκ βαθέων» εξομολόγηση των αισθηματικών προβλημάτων. Ο χρόνος δεν παίζει τόσο ρόλο όσο η εμπιστοσύνη και η απαραίτητη ζύμωση στη σχέση, όπως και σε κάθε σχέση φιλική, εργασιακή, ερωτική.

Όλοι έχουμε προβλήματα τι να κάνουμε… ΠΩΣ; να δω το ποτήρι μισογεμάτο, (να έχω ψευδαισθήσεις;), αφού ξεκάθαρα το βλέπω μπροστά μου ότι είναι μισοάδειο
                          
                       Και ναι μπορώ, ναι μπορώ, ναι μπορώ, ναι μπορώ …..




Καμένες Ιθάκες εδώ και εκεί και εγώ να περπατώ δίπλα σε πτώματα.
Ευχολόγια δεν πιάνουν εδώ, αν είχα μόνο μια κίνηση προς την Ευτυχία θα την άρπαζα από τα μαλλιά, αλλά πού τέτοια τύχη. Πόσο μάλλον όταν το τρένο δεν περνάει και δεύτερη φορά. Και θα μου πεις μα καλά μπαίνεις σε βαγόνι που περνάει μόνο μια φορά; Είσαι τρελή; Πάλι στη ταράτσα θα τη βγάλω το βράδυ

Το ζήτημα είναι πως δεν έχω όρεξη να ετοιμαστώ για πουθενά γιατί απλά νιώθω χάλια. Τι να κάνω; Πάω στο καθρέφτη «φτου μου, όμορφη είμαι σήμερα» ή μήπως «που πας έτσι ρεεεεε;»  Παίζει, προς τα πάνω ή προς τα κάτω; Κάθε μπαταρία έχει δύο πόλους, αρνητικό και θετικό… Οπότε, ζήτημα επιλογής τι θα ακολουθήσεις.





 Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι
μες στους ανθρώπους
τα περίπτερα πως κρυώνουνε
απ’ τις βρεγμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πως τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος της θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιο πριν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και τη ντροπή σου
ύστερα από δυο χρόνια που βρήκες λεφτά
πως να τα ζητήσεις
πως τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά
μας αλλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στυλ της καρέκλας...

                                                        Κατερίνα Γώγου



Νάνα Μούσχουρη ~ Ο ταξιδιώτης του ονείρου 

 

 Εδώ σ' αυτό το παραθύρι
κοντά μου κάποτε είχες γείρει
κι από του ήλιου το ποτήρι
να πιούμε μου 'λεγες το φως.

Σκοτάδι τώρα πέφτει μπρος μου
μετρώ την ερημιά του κόσμου
κι εσύ που ήσουν αδερφός μου
λυγμός απόμεινες κρυφός.

Πού πας του ονείρου ταξιδιώτη
στερνή αγάπη μου και πρώτη,
από το χρόνο τον προδότη
ποτέ δε γλίτωσε κανείς.

Πού πας πουλί κατατρεγμένο
πού πας κυνηγημένο τρένο,
σε ποιο σταθμό να περιμένω
μπροστά μου πάλι να φανείς;




17 Σεπτεμβρίου 2011

Όνειρο.!


Το σώμα δεν είναι παρά ένα όχημα.!

Είσαι πραγματικά εσύ;

Τη μια μέρα το σπίτι μυρίζει φρεσκοψημένο ψωμί και την άλλη καπνό και αίμα. Τη μια μέρα λιποθυμάς επειδή μαράθηκε ο βασιλικός. Μια βδομάδα αργότερα δρασκελίζεις πτώματα παιδιών στον βομβαρδισμένο υπόνομο. Τι ελπίδα μπορεί να υπάρξει αν τα πράγματα είναι έτσι;



Γύρω στο τέλος του πολέμου προσπάθησα να πεθάνω. Κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο ξαναγυρνούσε, (εγώ στο μπαλκόνι και το καράβι να κόβει βόλτες γύρω μου, πότε δεξιά και πότε αριστερά) μέχρι που δεν τολμούσα να κοιμηθώ πια και αρρώστησα.
Έβλεπα πως είχα ένα παιδί. Αλλά ακόμη και μέσα στο όνειρο καταλάβαινα πως το παιδί ήταν η ζωή μου και ήταν καθυστερημένο και προσπαθούσα να φύγω μακριά του. Αυτό όμως επέμενε ν’ ανεβαίνει στην αγκαλιά μου και να γαντζώνεται  στα ρούχα μου, μέχρι που κάποια στιγμή σκέφτηκα ότι, αν μπορούσα να το φιλήσω ό, τι μέσα του ήταν δικό μου, θα μπορούσα να ξανακοιμηθώ


Έτσι έσκυψα πάνω στο τσακισμένο πρόσωπό του. Ήταν φρικτό… Μα το φίλησα. Νομίζω, πως πρέπει να πάρει κανείς τη ζωή του στην αγκαλιά του και να τη φιλήσει.

Δεν έχει σημασία ποιόν έχεις πληγώσει, αν έμαθες να μην ξαναπληγώσεις.!


88.3 feat Lisa - Wishing on a Star