23 Νοεμβρίου 2009

Το υπόγειο που ονειρευόταν!




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό υπόγειο. Μόνο που το υπόγειο αυτό δεν ήταν σαν τα άλλα. Το υπόγειο αυτό ονειρευόταν. Μα, θα μου πείτε τώρα, τι μπορεί να ονειρεύεται ένα υπόγειο; Ε, λοιπόν, πολλά και διάφορα. Αλλά για να καταλάβετε καλύτερα τα όνειρά του, θα πρέπει μάλλον να σας πω πρώτα δυο-τρία πραγματάκια γι’ αυτό.

Το υπόγειο της ιστορίας μας ήταν ένα μικρό – όχι πάνω από είκοσι τετραγωνικά – δωματιάκι, στη βάση μιας παλιάς, πενταόροφης πολυκατοικίας στην πιο κακόφημη συνοικία της πόλης. Για να είμαι ακριβής, ήταν ένα ημι-υπόγειο, ή τουλάχιστον έτσι το διαφήμιζαν οι ιδιοκτήτες του στις μικρές αγγελίες, αφού ψηλά, εκεί όπου ένας από τους τέσσερις γκρίζους τοίχους του συναντούσε το ταβάνι, υπήρχε ένα μακρόστενο παραθυράκι με κοντούλικα σκουριασμένα κάγκελα. Στην είσοδό του, μια ηλικιωμένη πόρτα κρατιόταν με το ζόρι στους ξεχαρβαλωμένους μεντεσέδες της, και, σαν ιδιότροπη γεροντοκόρη, φρόντιζε να κρατά καλά τις αποστάσεις της από το βρώμικο τσιμεντένιο πάτωμα, αφήνοντας ένα κενό τουλάχιστον δέκα εκατοστών. Εδώ ίσως πρέπει να αναφέρω ότι το πάτωμα δεν είχε πάντοτε αυτά τα χάλια. Στα νιάτα του ήταν καλυμμένο από πολύχρωμα πλαστικά πλακάκια, μα τώρα είχαν ξεκολλήσει τόσα πολλά που έμοιαζε με παράξενη σκακιέρα σχεδιασμένη από κάποιον μοντέρνο καλλιτέχνη. Σε μια γωνιά, απέναντι από την πόρτα, ήταν στριμωγμένο το μπάνιο. Ένα τετράγωνο κουτί από γυψοσανίδα, όχι πολύ μεγαλύτερο από μια δίφυλλη ντουλάπα. Εκεί βρισκόταν και η μοναδική – για όλες τις χρήσεις – βρύση του δωματίου, αφού κουζίνα δεν υπήρχε. Ο νεροχύτης, ο οποίος είχε προ πολλού εγκαταλείψει άνανδρα το πόστο του, είχε αντικατασταθεί από έναν στραβοκομμένο γκαζοτενεκέ που κρεμόταν πάνω από την πάλαι ποτέ λευκή και νυν κιτρινισμένη γυμνή λεκάνη της τουαλέτας.





Άθλιο, θλιβερό, χάλια, απαίσιο… Αυτές είναι μόνο λίγες από τις λέξεις που αναφωνούσαν μόλις το έβλεπαν οι υποψήφιοι ενοικιαστές. Πολύ το πλήγωναν το μικρό υπόγειο όλες αυτές οι άσχημες κουβέντες. Πιο πολύ κι από το σαράκι που του κατέτρωγε μέρα με τη μέρα τα σωθικά κι από τα βρωμερά ποντίκια που τρυπούσαν κάθε τόσο τα ντουβάρια του για να φτιάξουν τις φωλιές του.

Κι επειδή ήταν έτσι όπως ήταν, τον πιο πολύ καιρό τον περνούσε ολομόναχο. Σπάνια βρισκόταν κάποιος που θα έμενε, έστω και για κάνα-δυο μήνες, μέσα του για να του κάνει λίγη παρέα. Στην πρώτη ευκαιρία, ή μόλις έφτιαχνε έστω και λίγο ο καιρός, όλοι έφευγαν. Έτσι, το υπόγειο είχε πολύ ησυχία – που εδώ που τα λέμε δεν του άρεσε καθόλου – και όλο τον απαραίτητο χρόνο στη διάθεσή του για να ονειρεύεται. Και δε χρειαζόταν καν να κλείσει τα μάτια του. Ήταν τόσο σκοτεινό και ανήλιαγο που συνήθως δε μπορούσε να δει ούτε τη μύτη του. Μόνο λίγες φορές, σπάνια – πολύ σπάνια, ξεθάρρευε κάποια περίεργη ηλιαχτίδα κι έμπαινε στο εσωτερικό του. Τότε, μόλις το υπόγειο φωτιζόταν, έβλεπε τα χάλια του και μελαγχολούσε για μέρες. Μελαγχολούσε τόσο πολύ που ξεχνούσε ακόμα και να ονειρευτεί.

Τα πρώτα χρόνια, του άρεσε να ονειρεύεται ότι ήταν ρετιρέ. Ένα μεγάλο διαμπερές ρετιρέ στον εικοστό πρώτο όροφο μιας πανάκριβης πολυκατοικίας, στα δυτικά προάστια. Μέσα του έμενε κάποιος πολύ διάσημος ζωγράφος και είχε γεμίσει τους τοίχους του με υπέροχους πίνακες, ή μια ντίβα του κινηματογράφου που το είχε στολίσει με καλλιτεχνικές φωτογραφίες της και χρυσά βραβεία, ή , καμιά φορά, και οι δυο μαζί γιατί είχαν στο μεταξύ γνωριστεί και είχαν γίνει ζευγάρι.





Μετά από μερικά χρόνια όμως, το μικρό υπόγειο βαρέθηκε αυτό το όνειρο κι έψαξε να βρει άλλα. Άρχισε λοιπόν να παρακολουθεί μέσα από τα κάγκελα του παραθύρου τα παπούτσια των λιγοστών περαστικών που περνούσαν από το σπασμένο πεζοδρόμιο. Συνήθως βέβαια τα παπούτσια ήταν λερωμένα και φθαρμένα κι αυτό δεν του άφηνε και πολλά περιθώρια για ονειροπολήσεις. Που και που όμως περνούσε κάποιο καλογυαλισμένο ζευγάρι ανδρικά σκαρπίνια ή τίποτα ολοκαίνουργα γυναικεία γοβάκια που έκαναν τη φαντασία του να οργιάζει. Τι δεξιώσεις, τι γκαλά, τι απίστευτα πάρτι γινόταν στα όνειρά του. Πότε είχε σαλόνι με πάτωμα από σπάνιο μάρμαρο και πιάνο με ουρά, πότε αίθουσα χορού με ξύλινο παρκέ και πότε βεράντα με θέα τη θάλασσα, το πάρκο ή την κεντρική πλατεία. Μια φορά, είχε σταθεί έξω από το παράθυρο ένας μικρός ζητιάνος που γρατζουνούσε αδέξια ένα μισοδιαλυμένου βιολί. Εκείνο το βράδυ το υπόγειο είχε μετατραπεί σε υπέρλαμπρο θέατρο με αμέτρητα λαμπιόνια που σειόταν από το βροντερό χειροκρότημα των θεατών.

Κάποιον χειμώνα, ένα γέρικο καναρίνι το ‘σκασε από το κλουβί του και βρήκε καταφύγιο στο υπόγειο. Για τρεις ολόκληρες μέρες, κάθε φορά που άκουγε το κελάηδημα του πουλιού, το υπόγειο γινόταν λιβάδι καταπράσινο, πνιγμένο από πολύχρωμα λουλούδια και ψηλά δέντρα γεμάτα ζωή και λαχταριστούς καρπούς. Την τέταρτη μέρα όμως, το καναρίνι έπαψε να κελαηδά και να πεταρίζει και ν’ ανασαίνει. Και το υπόγειο πέρασε όλον τον υπόλοιπο χειμώνα δίχως ούτε ένα τοσοδά ονειράκι.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν, το υπόγειο έμαθε να χρειάζεται όλο και πιο λίγα για να ονειρευτεί. Έτσι, όταν η υγρασία ζωγράφιζε περίεργα σχέδια στους τοίχους, αυτό ονειρευόταν ότι είχε έρθει ένα τσούρμο παιδιά με κόκκινα μάγουλα γεμάτα φακίδες και χαμογελαστά πρόσωπα και με τα κέρινα κραγιόνια τους το στόλισαν για να του δείξουν την αγάπη τους. Ακόμη και τότε που χάλασε η βρύση κι άρχισε να στάζει ρυθμικά πάνω στο γκαζοτενεκέ, πολύ το είχε ευχαριστηθεί. Φανταζόταν ότι χτυπούσε αδιάκοπα κόσμος την πόρτα του, που στο όνειρό του ήταν στιβαρή και βαριά, φτιαγμένη από μασίφ δρύινο ξύλο με όμορφες σκαλισμένες φιγούρες. Γιατί, μόνο μια τέτοια πόρτα άρμοζε σ’ ένα σημαντικό δωμάτιο σαν κι αυτό – δεν ήταν και πολύ σίγουρο βέβαια τι ακριβώς ήταν, αλλά μάλλον κάποιο υπουργείο ή ίσως και το σπίτι του Δημάρχου, αφού ο κόσμος έκανε ατελείωτες ουρές, λαχταρώντας πως και πως να περάσει στο εσωτερικό του.

Τέλος, υπήρχε το όνειρο της Κυριακής! Κάποιες Κυριακές, όταν είχε τα κέφια του, το υπόγειο φορούσε τα καλά του και γινόταν ένας μεγαλοπρεπής ναός – όχι πάντα της ίδιας θρησκείας, μερικές φορές και πολλών διαφορετικών ταυτόχρονα! Οι πολυάριθμοι πιστοί προσέρχονταν με ευλάβεια κι έμπαιναν μέσα του με χαμηλωμένο το κεφάλι, ψιθυρίζοντας προσευχές, παρακλήσεις και συγνώμες. Κάποιοι έβγαζαν πρώτα τα παπούτσια τους, κάποιοι άλλοι έκαναν το σταυρό τους, μερικοί κάθονταν σε περίεργες στάσεις πάνω στο ξύλινο πάτωμα, ενώ άλλοι έφερναν μαζί τους πολύτιμα δώρα κι αφιερώματα. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από τους πηχτούς αρωματισμένους καπνούς και τα ζεστά χνώτα του πλήθους. Το καθαρό χρυσάφι στις τοιχογραφίες, τα εικονίσματα ή τα αγάλματα, ανάλογα με την περίσταση, λαμπύριζε σα χιλιάδες αστέρια στο αντιφέγγισμα των αμέτρητων κεριών.

Βέβαια, όπως σας είπα και πιο πριν, το υπόγειο δεν ήταν πάντα μόνο του. Ορισμένες – λίγες – φορές, υπήρχαν άνθρωποι που έμεναν εκεί. Μόνο που αυτοί δεν το έκαναν ποτέ να ονειρεύεται. Ποιος ξέρει άραγε γιατί. Ίσως επειδή ήταν βρώμικοι και άσχημοι. Ή ίσως πάλι γιατί ήταν ταλαιπωρημένοι – πιο πολύ και από το ίδιο. Ή ακόμη κι επειδή συνήθως δεν ήθελαν να το βλέπουν. Κι έτσι δεν ήθελε να τους βλέπει ούτε κι αυτό. Ναι, ναι αυτό ήταν βέβαιο. Προτιμούσε να είναι μόνο του.

Έτσι λοιπόν πάνω-κάτω περνούσαν τα χρόνια του. Πότε γεμάτα όνειρα, πότε βουτηγμένα στη μελαγχολία και πότε εντελώς κενά. Όπως περίπου περνάν και τα χρόνια των ανθρώπων.

Μέχρι εκείνη τη μέρα. Τη μέρα που η πόρτα του γκρεμίστηκε μονομιάς κι έπεσε στο πάτωμα σηκώνοντας ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης. Το υπόγειο ούρλιαξε από πόνο καθώς ένιωσε ένα κομμάτι του να ξεριζώνεται. Με ανάμεικτα συναισθήματα φόβου και οργής είδε δυο πλάσματα – που όμοια τους δεν είχε ξαναδεί – να περνάνε το κατώφλι του. Ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι – μα όχι σαν αυτά που συνήθιζαν να μένουν εκεί. Ήταν νέα και όμορφα, πολύ όμορφα και ,καθώς ξεπρόβαλαν μέσα από το σύννεφο, έμοιαζαν με αγγελούδια που κατέβηκαν για λίγο στη Γη. Το δωμάτιο τσιμπήθηκε για να βεβαιωθεί ότι δεν ονειρευόταν. Όχι, όχι ήταν αλήθεια. Και δεν ήταν και Κυριακή.





«Τώρα γιατί το έκανες αυτό ρε μαλάκα; Κάποιος μπορεί να μας άκουσε,» είπε θυμωμένο το κορίτσι.
«Μην ανησυχείς, μωρό μου. Δεν υπάρχει κανείς τριγύρω, το έχω ψάξει. Το κτίριο είναι εγκαταλειμμένο εδώ και χρόνια» απάντησε το αγόρι κι άναψε ένα κλεφτοφάναρο.
«Εδώ λοιπόν θα ζήσουμε το όνειρό μας!» είπε χαρούμενα το κορίτσι εξετάζοντας τον άδειο χώρο στο μισοσκόταδο.

Το υπόγειο δε μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. Πρώτη φορά μιλούσε κάποιος με τρυφερά λόγια γι’ αυτό. Αυτό ήταν αρκετό για ν’ αρχίσει να ονειρεύεται, μα το καθυστερούσε όσο πιο πολύ γινόταν, γιατί – για πρώτη φορά στη ζωή του – δεν ήθελε να χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα.

Το κορίτσι ξεκούμπωσε νωχελικά την μπλούζα του, μένοντας γυμνό από τη μέση και πάνω. Το αγόρι έβγαλε το μπουφάν του και το άπλωσε στο πάτωμα. Το κορίτσι κάθισε πάνω κι ακούμπησε την πλάτη του στον κρύο τοίχο. Το υπόγειο αναρίγησε στο άγγιγμα της μαλακής επιδερμίδας. Το αγόρι κάθισε δίπλα στο κορίτσι και το πήρε αγκαλιά. «Είσαι έτοιμη για το ταξίδι μας;» του ψιθύρισε στ’ αυτί. Το κορίτσι έγνεψε ναι και φιλήθηκαν στο στόμα. Ύστερα, το αγόρι ψηλάφισε την τσέπη του μπουφάν κι έβγαλε κάτι από μέσα. Το υπόγειο δεν ήξερε τι ήταν αυτό, μα είδε καθαρά ότι το κάρφωσε πρώτα στο χέρι του κοριτσιού κι ύστερα στο δικό του. Και μετά έγινε σιωπή.

«Πετάω, μωρό μου, πετάω! Με βλέπεις;» ρώτησε με φωνή που έτρεμε το αγόρι.
«Ναι αγάπη μου, δίπλα σου είμαι! Και είναι υπέροχα! Για κοίτα… Κοίτα πόσο όμορφα είναι όλα από εδώ ψηλά! Σαν όνειρο, το δικό μας όνειρο!» απάντησε εκστασιασμένο το κορίτσι.





«Θεέ μου, δεν το πιστεύω! Ονειρεύονται!» σκέφτηκε ενθουσιασμένο το υπόγειο. «Επιτέλους από εδώ και μπρος δε θα ονειρεύομαι μόνο.» Έκλεισε λοιπόν κι αυτό τα μάτια και τους ακολούθησε στ’ όνειρό τους.

Εκείνο το βράδυ, οι τρεις τους ταξίδεψαν σε απίστευτα μέρη, όπου το δωμάτιο άλλαζε συνεχώς μορφή και σχήμα, σαν τις πολύχρωμες εικόνες στα καλειδοσκόπια των μικρών παιδιών. Πότε γινόταν παλάτι, πότε παραδεισένιο νησί, πότε έναστρος ουρανός, μέχρι και διαστημόπλοιο έγινε!





Το επόμενο πρωί, το δωμάτιο ξύπνησε πρώτο. Όταν αντίκρισε τα δυο παιδιά να κοιμούνται αγκαλιασμένα πάνω στο μπουφάν, δάκρυσε από συγκίνηση. Τι νύχτα κι αυτή! Τώρα πια, δεν έβλεπε την ώρα που θα ξυπνούσαν, για να ονειρευτεί ξανά μαζί τους. Μέχρι και το μικρό του παραθυράκι του προσπάθησε να τεντώσει όσο πιο πολύ μπορούσε μπας και τρύπωνε καμιά ηλιαχτίδα να τους ξυπνήσει μια ώρα αρχύτερα. Η μέρα όμως έξω ήταν μουντή και μαύρη. Έτσι λοιπόν, δεν είχε άλλη επιλογή από το να περιμένει.

«ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΕΚΚΕΝΩΣΤΕ ΑΜΕΣΑ ΤΟ ΚΤΗΡΙΟ!» ακούστηκε να ουρλιάζει μια βραχνή φωνή μέσα από μια ντουντούκα. «ΣΕ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ!»

Το υπόγειο δε μπορούσε να καταλάβει τι είχε κάνει και του φώναζαν έτσι άγρια πρωί-πρωί, αλλά στην αρχή χάρηκε γιατί σκέφτηκε ότι η φασαρία θα ξυπνούσε τα παιδιά.

«ΠΕΝΤΕ ΛΕΠΤΑ!», ακούστηκε ξανά η φωνή.

Τα παιδιά παρέμειναν ασάλευτα στη θέση τους.

«ΕΞΗΝΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ!», στρίγκλισε η ντουντούκα.

Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, το υπόγειο θυμήθηκε ξαφνικά το καναρίνι κι αισθάνθηκε ένα κόμπο να του δένει το λαιμό.

«ΠΕΝΤΕ… ΤΕΣΣΕΡΑ…ΤΡΙΑ…ΔΥΟ…ΕΝΑ!»





Η σιδερένια μπάλα χτύπησε με δύναμη την πολυκατοικία. Το υπόγειο ένιωσε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια του. Ακολούθησε κι άλλο χτύπημα. Ένας μεγάλος σωρός από μπάζα έπεσε με φόρα πάνω στην πλάτη του. Το υπόγειο έβαλε τα δυνατά του για να τα κρατήσει μακριά από τα παιδιά, αλλά τα χρόνια του δε βοηθούσαν. Στο τρίτο χτύπημα ένιωσε τις δυνάμεις του να το εγκαταλείπουν. Έκλεισε λοιπόν τα μάτια κι αφέθηκε στη μοίρα του…





Το επόμενο χτύπημα μετέτρεψε το υπόγειο σε μια άμορφη μάζα που άρχισε να πέφτει σαν γκρίζα βροχή πάνω στα σώματα των παιδιών. Μα, καθώς έπεφτε, το υπόγειο άνοιξε διάπλατα τα χέρια του σε μιαν απέραντη αγκαλιά κι έκρυψε βαθιά μέσα στα στήθη του τα δυο παιδιά. Και τότε, προς μεγάλη του έκπληξη, ανακάλυψε ότι αυτό ήταν τελικά που ονειρευόταν πραγματικά να γίνει σε όλη του τη ζωή!






The Morningside - The Shadows Of The Past





It happens
every time the night comes
every time the shadows comes...

it happens
every time the memories comes
every time the sorrow comes...

and if I only can
just fall asleep and drift away again
the current of the time...

all along the Shadow river
to disappear...and to dissolve...

but it only becomes darker
and the rain is nipping along
roofs and roads
fallen off leaves...

and the faint sound
of gray water flood
degraded trees silhouettes
degraded shadows...

and it happens
every time you wish
every time you wish
to get back home...

and the only thing've left
with my blessed sorrow
the shadows of the past
my endless damnation being alone...


17 Νοεμβρίου 2009

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου - 17 Νοέμβρη 1973

Κείμενο : Γιώργος Φιωτάκης


Κάθε Νοέμβρη, ο νους και η καρδιά μας είναι εκεί, στο Πολυτεχνείο, στην εξέγερση των φοιτητών, της νεολαίας και ολόκληρου του ελληνικού λαού κατά της χουντικής τυραννίας, το Νοέμβριο του 1973. Το Πολυτεχνείο ήταν η κορυφαία εκδήλωση της επτάχρονης αντιχουντικής πάλης και μία από τις κορυφαίες στιγμές των αγώνων του λαού και της νεολαίας.



Ήμουν οκτώμισι χρονών τον Νοέμβρη του 1973 και θυμάμαι σαν τώρα τις φωνές από το ραδιόφωνο ¨Εδώ Πολυτεχνείο…. Εδώ Πολυτεχνείο ¨ θυμάμαι σαν τώρα τον κόσμο να κατεβαίνει από τα λεωφορεία με πρησμένα μάτια και πολλούς από αυτούς να τρίβουν λεμονιά στα μάτια τους για να συνέρθουν από τα δακρυγόνα. Μεγαλώνοντας και βλέποντας κάθε Νοέμβρη τις εκδηλώσεις-συγκεντρώσεις που γινόταν τα πρώτα χρόνια και αργότερα συμμετέχοντας και εγώ στους εορτασμούς του Πολυτεχνείου έβαζα τις αναμνήσεις μου σε τάξη.

Από την αρχή του 1973 εκφράστηκε με ανεβασμένες μορφές πάλης η λαϊκή αγανάκτηση ενάντια στην αμερικανοκίνητη χούντα όπως η κατάληψη της Νομικής, το Φλεβάρη του 1973, η διαδήλωση στις 4 Νοέμβρη 1973, με αφορμή το μνημόσυνο του Γ. Παπανδρέου, όπου έγιναν και συλλήψεις αλλά και η διαδήλωση 3.000 φοιτητών για συμπαράσταση στους συλληφθέντες στις 8 Νοέμβρη. Οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν στις σχολές.

Την Τετάρτη 14 Νοέμβρη 1973, το πρωί εκατοντάδες φοιτητές του Πολυτεχνείου συγκεντρώνονται στο προαύλιο του Ιδρύματος. Αρχίζουν συνελεύσεις για να αποφασίσουν πώς θα αντιμετωπίσουν το νέο σχέδιο της χούντας για την υποταγή του κινήματος.
Συγκέντρωση γίνεται και στη Νομική που αποφασίζει να κατευθυνθεί στο Πολυτεχνείο. Στις 2.00 μ.μ., 5.000 περίπου φοιτητές έχουν συγκεντρωθεί στο Πολυτεχνείο, ενώ αρχίζει να μαζεύεται και άλλος κόσμος. Η Πατησίων δονείται από τα συνθήματα κατά της χούντας. Η Ασφάλεια κινητοποιείται και καλεί τους συγκεντρωμένους να αποχωρήσουν.



Οι συγκεντρωμένοι φοιτητές στο Πολυτεχνείο συγκροτούν μια επιτροπή κατάληψης.
Κλείνουν οι πόρτες και στις 8.30 το βράδυ γίνεται η πρώτη συνεδρίαση της συντονιστικής επιτροπής. Αμέσως οι πρώτες προκηρύξεις σκορπίζονται στην Πατησίων που είχε κλείσει από τον συγκεντρωμένο κόσμο. Ακούγονται τα πρώτα συνθήματα «Ψωμί-παιδεία-ελευθερία», «20% για την παιδεία» και «Κάτω η χούντα».


Την Πέμπτη 15 Νοέμβρη 1973, η κατάληψη αποτελεί πόλο έλξης του λαού της Αθήνας που αρχίζει να συρρέει στο Πολυτεχνείο. Ως τις 9.30 το βράδυ η κατάληψη έχει πυκνώσει ενώ ο λαός στους γύρω από το Πολυτεχνείο δρόμους, φωνάζει αντιαμερικανικά και αντιχουντικά συνθήματα.

Οι συγκεντρωμένοι παραμένουν όλη τη νύχτα για συμπαράσταση στους φοιτητές της κατάληψης του Πολυτεχνείου.



Η ανταπόκριση του κόσμου ξεπερνά κάθε προσδοκία και για πρώτη φορά δημιουργείται η πεποίθηση ότι η χούντα μπορεί να πέσει. Ταυτόχρονα οι συνελεύσεις δίνουν και το ιδεολογικό στίγμα του αγώνα.



Την Παρασκευή 16 Νοέμβρη 1973 μπαίνουν σε λειτουργία οι πομποί του ραδιοφωνικού σταθμού στους 1.050 χιλιόκυκλους που μεταφέρουν το μήνυμα του αγώνα σε όλη την Αθήνα που παρακολουθεί τα γεγονότα.Στις 9 το πρωί στήνονται τα πρώτα οδοφράγματα και σχηματίζονται δύο μεγάλες διαδηλώσεις στην Πανεπιστημίου και στη Σταδίου.



Το μεσημέρι επιτροπή των αγροτών από τα Μέγαρα, που είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στις απαλλοτριώσεις της γης τους, επισκέπτονται τη Συντονιστική Επιτροπή και ο σταθμός μεταδίδει: «Ο λαός των Μεγάρων στέκεται και υπόσχεται να αγωνιστεί στο πλευρό του φοιτητικού και εργαζόμενου λαού... Ο αγώνας είναι κοινός... Δεν είναι μόνο για την πόλη των Μεγάρων ή το Πολυτεχνείο... Είναι για την Ελλάδα. Για το λαό της που θέλει να καθορίσει τη ζωή του. Να πορευτεί στο δρόμο της προκοπής. Βασική προϋπόθεση, η ανατροπή της δικτατορίας και η αποκατάσταση της δημοκρατίας».



Οι συγκεντρωμένοι έξω από το Πολυτεχνείο τραγουδάνε το «πότε θα κάνει ξαστεριά».
Το απόγευμα οι διαδηλωτές στο χώρο γίνονται χιλιάδες με συμμετοχή των εργατών. Έτσι στις 6 το απόγευμα αρχίζουν οι συγκρούσεις διαδηλωτών και Αστυνομίας με πολλούς τραυματίες.



Στις 7 το απόγευμα μεγάλη διαδήλωση κατευθύνεται στο Πολυτεχνείο και η Αστυνομία χτυπάει. Εμφανίζονται τεθωρακισμένα της Αστυνομίας και πέφτουν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Στη Σόλωνος, στην Κάνιγγος, στη Βάθη, στην Αριστοτέλους, στην Αλεξάνδρας, στην πλατεία Αμερικής γίνονται μάχες σώμα με σώμα.
Στις 9.30 η Αστυνομία απαγορεύει την κυκλοφορία στο κέντρο της Αθήνας μέχρι νεοτέρας διαταγής.

Στις 11 το βράδυ ο ραδιοσταθμός και τα μεγάφωνα καλούν τον κόσμο να μη φύγει. Οι αύρες έχουν κυκλώσει το χώρο του Πολυτεχνείου και τα δακρυγόνα έχουν πνίξει την περιοχή.
Όσοι μένουν ανάβουν φωτιές για να εξουδετερώσουν τα δακρυγόνα και στήνουν οδοφράγματα.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, ( Σάββατο 17 Νοέμβρη) τα πρώτα τανκς εμφανίζονται, ενώ στο νοσοκομείο που οργανώθηκε στο Πολυτεχνείο, μεταφέρονται όλο και περισσότεροι νεκροί και τραυματίες.



Στη 1 μετά τα μεσάνυχτα τα τανκς έχουν ζώσει το Πολυτεχνείο. Τα μεγάφωνα και ο ραδιοσταθμός μεταδίδουν: «Μην φοβάστε τα τανκς», «Κάτω ο φασισμός», «Φαντάροι είμαστε αδέρφια σας. Μη γίνετε δολοφόνοι».
Στις 1.30 τα τανκς ξεκινούν με αναμμένους τους προβολείς. Οι φοιτητές τοποθετούν μια «Μερσεντές» πίσω από την κεντρική πύλη για να εμποδίσει την είσοδο των τανκς. Οι φοιτητές είναι ανεβασμένοι στα κάγκελα, τραγουδούν τον εθνικό ύμνο και φωνάζουν στους φαντάρους: «Είμαστε αδέρφια».

Δίνεται διορία 20 λεπτών για να βγουν οι έγκλειστοι, ενώ ένα τανκ παίρνει θέση απέναντι στην είσοδο. Η Συντονιστική Επιτροπή προσπαθεί να διαπραγματευτεί την ασφαλή έξοδο του κόσμου.

Ωρα 2.50, ξημερώματα του Σαββάτου 17 Νοέμβρη. Ο επικεφαλής αξιωματικός με μια κίνηση του χεριού του, δίνει την εντολή να ξεκινήσει το τανκ. Η πόρτα πέφτει και το τανκ συνεχίζει την πορεία του φτάνοντας μέχρι τις σκάλες του κτιρίου «Αβέρωφ». Μαζί του μπαίνουν ασφαλίτες και άντρες των ΛΟΚ. Πέφτουν πυροβολισμοί. Υπάρχουν φαντάροι που βοηθούν τους φοιτητές να φύγουν, αλλά στις εξόδους τούς περιμένουν ασφαλίτες και συλλαμβάνουν και τους κυνηγούν , οι κάτοικοι των γύρω πολυκατοικιών τους προσφέρουν άσυλο.



Στις 3.20 δεν υπάρχει πλέον κανένας στο Πολυτεχνείο έχει εκκενωθεί πλήρως.
Πολλοί φοιτητές φοβούμενοι την σύλληψη, αν και βαριά τραυματισμένοι, αρνούνται τη μεταφορά τους στο νοσοκομείο.
Την επόμενη μέρα οι εφημερίδες έγραφαν.

ΤΟ ΒΗΜΑ


Η εφημερίδα κυκλοφόρησε με τίτλο "Νεκροί και Τραυματίες στο Κέντρο των Αθηνών". Προτάσσει επίσης τις καταλήψεις και τις διαδηλώσεις σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα και τις συνεχείς εκκλήσεις των φοιτητών. Στις εσωτερικές σελίδες φιλοξενεί τις δηλώσεις της "κυβέρνησης" και των πολιτικών Π. Κανελλοπουλου, Γ. Μαυρου, Ι Ζιγδη και Α. Παπανδρέου.



Μεγάλο ενδιαφέρον έχει το "Δίδαγμα" της εφημερίδας στην πρώτη σελίδα, το οποίο αναφέρει μεταξύ άλλων: "Από την όλη μέχρι τώρα στάση του ελληνικού λαού και από την διαδρομή των τελευταίων εξήμισυ ετών, μέχρι και των γεγονότων των ημερών αυτών, θα έπρεπε να είχε ήδη πεισθεί η σημερινή Κυβέρνηση πως μοναδική διέξοδον αποτελεί η πραγματική αποκατάσταση της ανόθευτης λαϊκής κυριαρχίας.

Στις κρίσιμες αυτές ώρες, υποδηλώνεται πόσον ασύμφορη είναι η εμμονή σε αυταρχικά καθεστώτα. Ο ελληνικός λαός στο σύνολό του, καθώς και οι πραγματικοί του φίλοι στην Ευρώπη, επιθυμούν την πολιτική γαλήνη για τον τόπο μας. Όχι όμως με μιαν επιβεβλημένη αποτελμάτωση που προκαλεί περιοδικά επικίνδυνες εκρήξεις δυσφορίας, αλλά δημοκρατικήν ομαλότητα που θα ετερμάτιζε μιαν αποδεδειγμένα μη βιώσιμη κατάσταση".
Στις εσωτερικές σελίδες η εφημερίδα δίνει επίσης το χρονικό των τραγικών γεγονότων, τους νεκρούς, τους τραυματίες ενώ συνεχίζει το εκτενές ρεπορτάζ της από τη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα.

ΤΑ ΝΕΑ

Η εφημερίδα κυκλοφόρησε με τίτλο "Εξεκενώθη το Πολυτεχνείο, Επενέβησαν Άρματα Μάχης". Σύμφωνα με τις πληροφορίες εξάλλου της εφημερίδας, "θεωρείται πολύ πιθανή Αιφνίδια Επιστροφή Καραμανλή", ο οποίος φαίνεται να πιέζεται από πολιτικούς φίλους για να πάρει την παραπάνω απόφαση.



Το χρονικό των γεγονότων είναι εκτενέστατο όπως άλλωστε και τις προηγούμενες ημέρες στην ίδια εφημερίδα, ενώ αναφέρονται τα ονόματα των νεκρών και ο αριθμός των τραυματιών και των συλληφθέντων. Κάτω αριστερά, στην πρώτη σελίδα, φιλοξενείται και το σχόλιο του "Βηματος" που αναφέραμε πιο πάνω. Επίσης στην πρώτη σελίδα παραθέτει τις "Δηλώσεις των πολιτικών και της Κυβέρνησης"

Στις εσωτερικές σελίδες έχει πολύ καλό ρεπορτάζ μέσα από το Πολυτεχνείο. Γράφει για τις ολονύχτιες συνελεύσεις των φοιτητών, παραθέτει την ανακοίνωση τους, τις δραματικές εκκλήσεις τους και τη στιγμή της επίθεσης.
Τα Νεα παραθέτουν στις εσωτερικές σελίδες τους και το πρώτο μήνυμα που απέστειλε ο Ανδρέας Παπανδρέου στην Ελλάδα από το Τορόντο του Καναδά.

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ

Η εφημερίδα κυκλοφόρησε την 17η Νοεμβρίου με τίτλο "3 μετά τα μεσάνυχτα Τα τανκς Κατέστειλαν Την Εξεγερσι".
Στο χρονικό της αναφέρει: "Η τριήμερη φοιτητική εξέγερσις, που άρχισε το μεσημέρι της παρελθούσης Τρίτης με επίκεντρο το Πολυτεχνείο κατεστάλη σήμερα τα ξημερώματα από τα τανκς που άρχισαν να κατεβαίνουν στο κέντρο της Αθήνας, στις 2 μετά τα μεσάνυχτα και αφού είχαν προηγηθεί σκληρές ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και φοιτητών σε μεγάλη έκτασι στο κέντρο των Αθηνών, με αποτέλεσμα κατά πρωινές πληροφορίες, τέσσερις νεκρούς και δεκάδες τραυματίες".



Στο άρθρο της "Τι λένε αντιπολίτευση και κυβέρνησι για τα γεγονότα", γράφει: Η αντιπολίτευση με χθεσινές δηλώσεις των εκπροσώπων της κκ.Π Κανελλοπούλου και Γ. Μαύρου, έλαβε σαφή θέσι συμπαραστάσεως στο φοιτητικό κίνημα και τους φοιτητές, που 'αποτελούν, όπως τονίζουν, την πρωτοπορία του Έθνους στο δρόμο της Δημοκρατίας'".
Στις εσωτερικές σελίδες έχει ρεπορτάζ από το χρονικό των μαχών και την έφοδο των τανκς και επίσης παρουσιάζει τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας.

Η ΒΡΑΔΥΝΗ

Η Βραδυνή κυκλοφόρησε με τίτλο: "Άρματα Μάχης Έζωσαν Την Αθήνα". "Αίμα Έρρευσε. Νεκροί και τραυματίαι κατά τας συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών - Αστυνομίας".
Το χρονικό της εφημερίδας αναφέρει: "Την 3.30 πρωϊνήν εξεκένωσαν το Πολυτεχνείον.



Τα τανκς ενεφανίσθησαν και πάλιν από του μεσονυκτίου εις την πρωτεύουσαν δια να προσδώσουν απολύτως δραματικήν μορφήν εις τας φοιτητικάς εκδηλώσεις αι οποίαι εσημειώθησαν κατά το τελευταίον τετραήμερον εις Αθήνας, με τον αιματηρόν επίλογον.
Ολίγας ώρας ενωρίτερον το αίμα έρρευσεν εις κεντρικάς περιοχας των Αθηνών, κατόπιν των αλλεπαλλήλων διαδηλώσεων και των συγκρούσεων αι οποίαι ηκολούθησαν μετά την δυναμικήν επέμβασιν της Αστυνομίας.
Υπολογίζονται εις 4 οι νεκροι των χθεσινών αιματηρών συγκρούσεων και εις εκατοντάδας οι τραυματίαι".

Σε άλλο άρθρο της η εφημερίδα παρουσιάζει την "εικόνα καταστροφής" που εμφάνιζε το κέντρο της Αθήνας το προηγούμενο βράδυ ενώ φιλοξενούνται και οι δηλώσεις των πολιτικών και της "κυβέρνησης".

Στις εσωτερικές σελίδες ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να διαβάσει το ρεπορτάζ της εφημερίδας από την Πολυτεχνική Σχολή Θεσσαλονίκης και την Πάτρα.

Η δικτατορία δηλώνει 34 νεκρούς και 840 συλλήψεις. Με τη μεταπολίτευση δηλώθηκαν άλλες 21 τουλάχιστον περιπτώσεις θανάσιμου τραυματισμού και τουλάχιστον 2.400 συλλήψεις.

Από τότε μέχρι σήμερα υπάρχουν σημαντικοί και πολλοί σταθμοί που είναι άμεσα συνδεδεμένοι με την εξέγερση του Πολυτεχνείου και τους εορτασμούς του
Έχουμε αρκετά γεγονότα σε εορτασμούς του Πολυτεχνείου ακόμα και θανάτους κατά την διάρκεια των συγκρούσεων με την αστυνομία παρόλο που δεν είχαμε στρατιωτική χούντα το 1980 την δολοφονία των Σταματίνα Κανελλοπούλου - Ιάκωβου Κουμή και το 1985 την δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Μιχάλη Καλτεζά.



Πολλά άλλα που σημάδεψαν τις επετείους του Πολυτεχνείου όπως η ακατανόητη απονομή μεταλλείου ανδρείας από το υπουργείο.Εθνικής Άμυνας το 2001 στο πρωτοπαλίκαρο της δικτατορίας, Νικόλαο Ντερτιλή, που διανύει το 30ο έτος φυλάκισης για την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.



Όπως η συνέντευξη του A. Σκευοφύλακα στο Βήμα το 2003. Τριάντα χρόνια πέρασαν μέχρι να σπάσει την σιωπή του ο A. Σκευοφύλαξ, έφεδρος στρατιώτης του τεθωρακισμένου άρματος που εισέβαλε στο Πολυτεχνείο και αποκάλυψε όσα συνέβησαν τη μαύρη νύχτα που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και στιγμάτισε για πάντα τη ζωή του.

«Ντρέπομαι γι' αυτό που ήμουν, γι' αυτό που έκανα» λέει στην εκ βαθέων εξομολόγησή του. «ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ ΓΙ' AYTO ΠΟΥ HMOYN, ΓΙ' AYTO ΠΟΥ EKANA. Τότε αισθανόμουν ότι έκανα κάτι καλό, κάτι μεγάλο. Στους"μαυροσκούφηδες", στο Γουδί, είχα γίνει ο ήρωας που διέλυσε τους εχθρούς της πατρίδας, τα "παλιοκουμμούνια", όπως λέγαμε τότε τους φοιτητές. Αυτά μου έλεγαν, αυτά πίστευα. Τι περιμένεις!.. Ούτε μια εφημερίδα δεν είχα διαβάσει μέχρι τότε. Είχα γίνει και εγώ φασίστας. Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου. »



Μετά την απόλυσή του από τον στρατό, ο A. Σκευοφύλαξ θα μοχθήσει για να ζήσει. «Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, ψήφισα δύο φορές το KKE». Στα 30 του θα παντρευτεί, θα αποκτήσει παιδιά. Ζώντας σε μια γειτονιά των νοτίων προαστίων, όλα αυτά τα χρόνια αποφεύγει να μιλάει για τα γεγονότα εκείνης της νύχτας. Όσες φορές θα τον ρωτήσουν «τι σχέση έχεις με τον "πορτάκια" του Πολυτεχνείου;», θα μιλήσει για «μακρινό ξάδελφο που σκοτώθηκε σε τροχαίο»! Στη γυναίκα του θα ανοίξει την καρδιά του ύστερα από χρόνια.

Στα τρία παιδιά του δεν το έχει αποφασίσει ακόμη. «Είμαι ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ 20 χρόνων. Ο έφεδρος στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο»!
Πέρασαν 34 χρόνια και η μνήμες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου έχουν περάσει από χιλιάδες κύματα και όπως δείχνουν τα πράγματα για πολλούς έχει εξασθενήσει, έχει ξεθωριάσει , έχει ατονήσει το μήνυμα του Πολυτεχνείου που όπως δείχνουν τα πράγματα σήμερα είναι επίκαιρο παρά ποτέ.



Το ίδιο το κράτος το πέρασε σαν μια αργία για το δημόσιο και μια απλή πλέον σχολική γιορτή προσπαθώντας μάλλον να απαλύνει την ιστορική του άξια και νόημα.
Τα ιδανικά της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας, της ειρήνης, της αγάπης για τη ζωή και τον άνθρωπο, παραμένουν ζωντανά και θα παραμένουν επίκαιρα και αναλλοίωτα, όσα χρόνια και αν περάσουν από εκείνη την εξέγερση. Πάντα επίκαιρα, ιδιαίτερα που τα κατοπινά χρόνια, κάποιοι άκαπνοι και απόντες εκείνης της εξέγερσης, καπηλεύτηκαν είτε για να ανέλθουν πολιτικά , είτε ενάντια στους μετέπειτα αγώνες του λαού αποπροσανατολίζοντας την πορεία του με ¨τρομοκρατικές ενέργειες¨.



Το Πολυτεχνείο ήταν και θα είναι πάντα ένα ζωντανό κάλεσμα για την δημοκρατία, και την ελευθερία, θα είναι ζωντανό μέσα σε κάθε ελεύθερο μυαλό.
Το μικρό αυτό αφιέρωμα είναι «Για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νέοι», και όπως έγραψε ο Μίλαν Κούντερα, "Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία, είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη."


-----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Για την Ελλάδα του '73 αισθάνομαι υπερήφανη...
Για την Ελλάδα του σήμερα... το αντίθετο...
Ας μην ξεχνάει κάνεις μας λοιπόν τους
άτυχους φοιτητές - πολίτες που μπορούσαν να ήταν οποιοσδήποτε από εμάς... γιατί απ' ότι φαίνεται ο αγώνας της μνήμης ενάντια στην λήθη έχει χαθεί από καιρό...


16 Νοεμβρίου 2009

Κουάξ



«Άντε βρε Κωνσταντίνε, βούτα. Το νερό είναι φανταστικό», του φώναξαν οι φίλοι του κι άρχισαν τα μακροβούτια.
«Εμ, είμαι λιγάκι κρυωμένος σήμερα», δικαιολογήθηκε αυτός. Θα καθίσω εδώ στο βραχάκι να κάνω πρόβα γιατί έχω συναυλία το βράδυ», συμπλήρωσε κι άρχισε να βγάζει πολύ δυνατές και απελπιστικά φάλτσες κορώνες.

Μια μεγάλη πέτρα προσγειώθηκε στο ημίψηλο καπέλο του και το έριξε στο χώμα.
«Μας ξεκούφανες ψωνάρα», του φώναξαν οι φίλοι του μέσα από το νερό.



Αυτός, απτόητος, μάζεψε το καπέλο, το ξεσκόνισε και το σφήνωσε γερά στο μεγάλο πράσινο κεφάλι του. Ύστερα, καθρεφτίστηκε στα γαλήνιο νερό της λίμνης και ίσιωσε το μαύρο σατέν παπιγιόν του που είχε στραβώσει λιγάκι.

«Καλά, καλά, γελάτε όσο θέλετε τώρα», σιγοψιθύρισε, «όταν όμως με φιλήσει η Πριγκίπισσα και μεταμορφωθώ σε Πριγκιπόπουλο, να δούμε ποιος θα γελάσει τελευταίος.»

Ο ήχος μιας τρομπέτας αντήχησε στη λίμνη.

«Η Πριγκίπισσα, η Πριγκίπισσα έρχεται για το μπάνιο της,» φώναξαν με ενθουσιασμό τα υπόλοιπα βατράχια και κάνοντας μεγάλες απλωτές κολύμπησαν προς το μικρό νησί στο κέντρο της λίμνης. Εκεί ήταν το κάστρο που ζούσε η Πριγκίπισσα. Κάθε πρωί, στις δώδεκα ακριβώς, φορούσε το χρυσαφένιο μαγιό της κι έβγαινε από τις πύλες του κάστρου μαζί με ολόκληρη τη συνοδεία της, για να παίξει και να κολυμπήσει στη λίμνη.



«Αχ και βαχ και πάλι αχ,» αναστέναξε ο Κωνσταντίνος Κουάξ. «Πως θα καταφέρω να φτάσω στο κέντρο της λίμνης που δεν ξέρω κολύμπι; Μόνο που βλέπω το νερό μπροστά μου τρέμω από φόβο. Και πώς να μάθω; Αν τολμήσω να πω το μυστικό μου στα υπόλοιπα βατράχια θα με κοροϊδεύουν για την υπόλοιπη ζωή μου. Άσε που αν το μάθει η Πριγκίπισσα αποκλείεται να με φιλήσει ποτέ…»

«Καταραμένη λίμνη, εσύ φταις για όλα,» είπε θυμωμένος κι άρπαξε μια πέτρα και την πέταξε με δύναμη στο νερό. Αντί όμως ν’ ακουστεί το «πλαφ!» που περίμενε, ακούστηκε ένα δυνατό «ωχ!».

Ο Κωνσταντίνος έξυσε απορημένος το κεφάλι του. «Τι στο καλό;» σκέφτηκε. «Μίλησε η λίμνη;»



Η απορία του λύθηκε σχεδόν αμέσως καθώς ξεπρόβαλε από το νερό πρώτα ένα μεγάλο κόκκινο καρούμπαλο κι αμέσως μετά το ακολούθησε το κεφάλι μιας μικρής νεροχελώνας.
«Ρε φίλε, τι σου έκανα και μου πετάς πέτρες;» είπε κουνώντας το χέρι της με θυμό.
«Πω, πω, τι έκανα. Συ-συγγνώμη. Δεν το έκανα επίτηδες. Ήταν ένα ατύχημα,» δικαιολογήθηκε ο Κωνσταντίνος και τα φουσκωτά πράσινα μάγουλά του βάφτηκαν κόκκινα από ντροπή.
«Δεν πειράζει μωρέ, δεν έγινε και τίποτα, θα μου περάσει,» είπε η νεροχελώνα που τον λυπήθηκε. «Μα πες μου μόνο γιατί πετάς πέτρες στη λίμνη; Τι σου έκανε;»

Ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να πει μυστικό του στη νεροχελώνα, μια που δεν άντεχε να το κουβαλά άλλο μέσα του. Της είπε λοιπόν για το νερό και το κολύμπι, για τη Πριγκίπισσα στο κέντρο της λίμνης και το φιλί που λαχταρούσε.



«Καλά και γι’ αυτό χολοσκάς;» του είπε η νεροχελώνα όταν άκουσε την ιστορία του. Ανέβα στο καβούκι μου και θα σε πετάξω εγώ εκεί στο πι και φι. Θα κρυφτώ μάλιστα κάτω από το νερό για να μη με δουν οι φίλοι σου και θα νομίζουν ότι κολυμπάς. Εσύ μόνο κάνε ότι κουνάς τα χέρια και τα πόδια σου για να τους ξεγελάσεις.

«Καταπληκτικό σχέδιο!» αναφώνησε ο Κωνσταντίνος και πήδηξε στην πλάτη της χελώνας. Στην αρχή, όταν βρέθηκε περιτριγυρισμένος από το νερό τα χρειάστηκε για λίγο και ήθελε να της πει να τον γυρίσει πίσω στην ασφάλεια της ακτής. Μετά όμως σκέφτηκε ότι μάλλον δε θα του ξαναδινόταν ποτέ μια τέτοια ευκαιρία και αποφάσισε να την εκμεταλλευτεί όσο καλύτερα μπορούσε.

«Παιδιά, παιδιά κοιτάξτε. Ο Κωνσταντίνος! Έρχεται προς το μέρος μας. Μα τι παράξενα που κολυμπά,» σχολίασε το πρώτο βατράχι που τον είδε.
«Ναι, ναι, παράξενα,» είπαν τα υπόλοιπα σα χορωδία, «αλλά και πολύ γρήγορα!»



Ο Κωνσταντίνος τα άκουσε και καμάρωνε. Για να τα εντυπωσιάσει ακόμα περισσότερο, άρχισε να κάνει διάφορα κόλπα πάνω στο νερό. Έκανε ότι κολυμπάει πρόσθιο, ελεύθερο και ύπτιο. Πότε έβγαζε το ένα χέρι, πότε το άλλο, πότε και τα δυο. Μέχρι και τούμπες στον αέρα έκανε, κρατώντας με το ένα χέρι το καπέλο του για να μην του φύγει.

Τα υπόλοιπα βατράχια είχαν μείνει το στόμα ορθάνοιχτο. Σ’ ένα μάλιστα μπήκε και μια μύγα. Αυτό έκλεισε το στόμα του αμέσως και την κατάπιε. «Πω, πω, τι υπέροχη λιχουδιά,» σκέφτηκε την ώρα που έγλειφε με ικανοποίηση τα χείλια του.

«Κοιτάξτε ένα βατράχι που κάνει απίθανα κόλπα!» ακούστηκε η φωνή της Πριγκίπισσας. «Μα είναι φανταστικό!»



«Η Πριγκίπισσα! Με είδε και τη άρεσα!» σκέφτηκε ο Κωνσταντίνος και η καρδούλα του άρχισε να χτυπά δυνατά σαν ταμπούρλο. «Πρέπει να κάνω κάτι μοναδικό. Κάτι που κανένα βατράχι δεν ξανάκανε ποτέ. Το βρήκα! Θα πατήσω γερά, θα πηδήξω με δύναμη όσο πιο ψηλά μπορώ, θα κάνω τριπλή τούμπα στον αέρα και θα προσγειωθώ κατευθείαν στην αγκαλιά της Πριγκίπισσας. Κι αυτή τότε θα με φιλήσει!»

Πάτησε λοιπόν γερά στην πλάτη της χελώνας κι απογειώθηκε. Έκανε την πρώτη τούμπα κι ένα επιφώνημα θαυμασμού ακούστηκε από τη χορωδία των βατράχων. Έκανε και τη δεύτερη κι αυτή τη φορά στη χορωδία προστέθηκε και η συνοδεία της Πριγκίπισσας. Στην τρίτη τούμπα όμως τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Το ημίψηλο καπέλο έφυγε από το κεφάλι του κι αυτός τεντώθηκε να το πιάσει, με αποτέλεσμα αντί για την αγκαλιά της Πριγκίπισσας να σκάσει με ένα δυνατό «πλουφ!» στη μέση της λίμνης, πολύ μακριά από την ακτή και από τη νεροχελώνα.



«Ωωωωω!» ακούστηκε απ’ όλο τον κόσμο, την ώρα που ο Κωνσταντίνος βυθιζόταν στο νερό.

«Και τώρα τι κάνω;» σκέφτηκε καθώς αισθανόταν το οξυγόνο να τελειώνει στα πνευμόνια του. «Αν ζητήσω βοήθεια, θα μάθουν όλοι το μυστικό μου και πρώτη-πρώτη η Πριγκίπισσα, οπότε κάθε ελπίδα για φιλί πάει περίπατο. Αν πάλι δε ζητήσω, θα πνιγώ. Καλύτερα όμως νεκρός, παρά περίγελος όλων.»

«Μα γιατί δεν κολυμπάει, να βγει από το νερό; Αφού είναι εκπληκτικός κολυμβητής;» ρώτησε το μπαμπά του ένα μικρό βατραχάκι.
«Μάλλον θα κάνει κάποιο μακροβούτι και θα βγει από εκεί που δεν τον περιμένουμε. Κόλπο θα’ ναι σίγουρα. Εγώ κάτι τέτοια δεν τα χάφτω,» του απάντησε ο μπαμπάς του προηγουμένως είχε χάψει τη μύγα.
«Ή δεν έχει μούτρα για να βγει, μετά το ντροπιαστικό πέσιμό του,» είπε χαιρέκακα ένα άλλο που πολύ τον είχε ζηλέψει.



«Ρε χαζοβατράχια! Βοηθείστε τον, πνίγεται!» τους φώναξε η νεροχελώνα που δεν άντεχε να βλέπει το φίλο της να χάνεται μπροστά στα μάτια της και να μη ζητά βοήθεια από περηφάνια.

Τα βατράχια κολύμπησαν γρήγορα στο σημείο που είχε βουλιάξει ο Κωνσταντίνος και που τώρα πια δεν υπήρχαν παρά κάποιες μπουρμπουλήθρες. Βούτηξαν το ένα μετά το άλλο στο λασπωμένο βυθό, μέχρι που τελικά βγήκε ένα στην επιφάνεια κρατώντας αγκαλιά και φωνάζοντας: «Τον βρήκα! Τον βρήκα!»

Με τη βοήθεια της νεροχελώνας τον έβγαλαν στην ακτή. Το στομάχι του ήταν σαν ένα τεράστιο μπαλόνι από το πολύ νερό που είχε πιει. Μια βατραχίνα ακούμπησε το αυτί της στο στήθος του. «Δεν αναπνέει,» ανακοίνωσε πένθιμα.

«Κάντε στην άκρη, κάντε στην άκρη,» είπε η Πριγκίπισσα παραμερίζοντας τα βατράχια. «Τόσα χρόνια με διδάσκουν οι γκουβερνάντες μου πρώτες βοήθειες. Επιτέλους βρήκα ευκαιρία να τις χρησιμοποιήσω και κάπου.»

«Κακόμοιρο, βατραχάκι μου. Τι σου ’μέλε να πάθεις. Μην ανησυχείς όμως, εγώ θα σε σώσω,» είπε κι έσκυψε από πάνω του. «Θα σου δώσω το φιλί της ζωής!»



Μόλις τα ρόδινα χείλη της Πριγκίπισσας ακούμπησαν τα πράσινα του Κωνσταντίνου ακούστηκε ένα δυνατό «πουφ!» κι ένα σύννεφο καπνού τύλιξε και τους δυο.

Όταν καθάρισε ο καπνός, στη θέση του Κωνσταντίνου βρισκόταν ένας πανέμορφος Πρίγκιπας με θεληματικό πηγούνι κι αθλητικό σώμα.

«Μα αυτό είναι απίθανο!» είπε ενθουσιασμένη η Πριγκίπισσα κι ετοιμάστηκε να πέσει στην αγκαλιά του. Ακριβώς όμως εκείνη τη στιγμή μια παχουλή μύγα προσγειώθηκε πάνω στη μύτη της.

Ο Κωνσταντίνος άνοιξε διάπλατα το στόμα του και μια απίστευτα μακριά γλώσσα πετάχτηκε από μέσα του σαν ελατήριο κι άρπαξε τη μύγα πριν αυτή προλάβει να αντιδράσει. Ο Κωνσταντίνος την κατάπιε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση και μετά ρεύτηκε.



«Μπλιαχ! Αυτό είναι αηδιαστικό,» είπε η Πριγκίπισσα κι έτρεξε μακριά του.

«Κουάξ;» έκανε με απορία ο Κωνσταντίνος και βούτηξε με τα ρούχα στη λίμνη.

Ήταν ένα ληγμένο ξόρκι με απρόβλεπτες παρενέργειες.


YES - And You & I



A man conceived a moment’s answers to the dream,
Staying the flowers daily, sensing all the themes.
As a foundation left to create the spiral aim,
A movement regained and regarded both the same,
All complete in the sight of seeds of life with you.

Changed only for a sight of sound, the space agreed.
Between the picture of time behind the face of need,
Coming quickly to terms of all expression laid,
Emotion revealed as the ocean maid,
All complete in the sight of seeds of life with you.
Oh.

Turn round tailor, coins and
Assaulting all the mornings of the crosses
Interest shown, never know
Presenting one another to the cord, their fruitless worth;
All left dying, rediscovered cords are broken,
Of the door that turned round, locked inside
To close the cover, the mother earth.
All the interest shown, they won’t
To turn one another, to the sign hide, hold, they won’t
At the time tell you, watching the world,
To float your climb. watching all of the world,
Watching us go by.

And you and I climb over the sea to the valley,
And you and I reached out for reasons to call.

Coming quickly to terms of all expression laid,
Emotion revealed as the ocean maid,
As a movement regained and regarded both the same,
All complete in the side of seeds of life with you.

Sad preacher nailed upon the coloured door of time;
Insane teacher be there reminded of the rhyme.
There’ll be no mutant enemy we shall certify;
Political ends, as sad remains, will die.
Reach out as forward tastes begin to enter you.
Ooh, ooh.

I listened hard but could not see
Life tempo change out and inside me.
The preacher trained in all to lose his name;
The teacher travels, asking to be shown the same.
In the end, we’ll agree, we’ll accept, we’ll immortalise
That the truth of the man maturing in his eyes,
All complete in the sight of seeds of life with you.

Coming quickly to terms of all expression laid,
As a moment regained and regarded both the same,
Emotion revealed as the ocean maid,
A clearer future, morning, evening, nights with you.

And you and I climb, crossing the shapes of the morning.
And you and I reach over the sun for the river.
And you and I climb, clearer, towards the movement.
And you and I called over valleys of endless seas...




15 Νοεμβρίου 2009

Τάσος Λειβαδίτης




Το "Πιστεύω"... από τον Τάσο Λειβαδίτη


Πιστεύω στα χαλασμένα ρολόγια γιατί μπορώ να τα φτύνω άφοβα...
Πιστεύω στις πέντε ηπείρους για τα ωραία χρώματά τους πάνω στο χάρτη...
Πιστεύω στις άδειες κάμαρες που ξεκλειδώνοντας βρίσκεις καμιά φορά τον εαυτό σου...
Πιστεύω στους τρελούς την ώρα που προσεύχονται και στις μηλιές το βράδυ που συλλογιούνται...
Πιστεύω στα μικρά φτωχά ενθύμια της μητέρας μου και στην άσπιλη σύλληψη της Παρθένου...
Πιστεύω στη φωνή του ομπρελά που είναι μια ολόκληρη χαμένη νεότητα...
Πιστεύω στα ωραία πουλιά που πετάγονται μέσ' απ' τα πιο πικρά βιβλία...
Πιστεύω στο φίλο που συναντάς άξαφνα μέσα σ' ένα παραμύθι...
Πιστεύω στο απίστευτο που είναι η πιο αληθινή μας ιστορία...
Πιστεύω στο φεγγάρι, όταν πέφτει στο πηγάδι, για να μη φαίνεται, καθώς σκύβει να το δει, η πλάτη του ραχιτικού παιδιού...
Πιστεύω στα σκυλιά που όταν γαβγίζουν σηκώνουν το κεφάλι, σαν κάποιον να κοιτάζουν που περνάει πιο ψηλά...





“Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα”
Συγγραφέας: Λειβαδίτης, Τάσος



«Έζησα μες στη ματαιότητα
και πάνω στον Ωκεανό…»



Κάπως έτσι ξεκινά να γράφει ο ποιητής, δημιουργώντας μια αυτοβιογραφία της γνώσης, που σκοπό έχει να μας διδάξει τις κρυφές χαρές της ζωής αλλά και του ονείρου, του ανέφικτου ή έστω του μη πραγματοποιήσιμου.


«Όμως, ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
γιατί δεν πραγματοποιούνται τα ανθρώπινα όνειρα.»

«Ώ ανεκπλήρωτο, που ακόμα κι όταν όλα μας εγκαταλείπουν εσύ αφήνεις έξω από την πόρτα μας
ένα μικρό γιασεμί.»

«Ώσπου νύχτωνε και τ’ άστρα φώτιζαν σιγά σιγά
το ακατανόητο του κόσμου.»



Θα μπορούσαμε να κατηγοριοποιήσουμε το βιβλίο του Τάσου Λειβαδίτη, αν υπήρχε τέτοια κατηγορία στο χώρο της λογοτεχνίας, τοποθετώντας το στο ράφι του «ονείρου», παρέα ίσως με την «Ερμηνεία των ονείρων» του Σίγκμουντ Φρόυντ, ή έστω να το ανακηρύξουμε ως μια μπροσούρα για την παιδεία ή ως ένα απόλυτο μανιφέστο για την αγάπη της μάθησης και τον πόνο της γνώσης.


«Αλήθεια, θα μάθουμε ποτέ ποιοί είμαστε; Όνειρα, φιλοδοξίες, επιθυμίες, φόβοι» «πρέπει να βρω μιαν απάντηση, σκεφτόμουν,
αλλιώς είναι σα να μην έζησα
»


Πρόκειται ίσως για ένα «εγχειρίδιο» της ποιητικής τέχνης, ακόμα κι αν ο συγγραφέας του ποτέ δεν το χαρακτήρισε επίσημα στο εξώφυλλο του βιβλίου,
ως συλλογή ποιημάτων, είτε ως αυτοβιογραφία, είτε ως πεζογράφημα με στοιχεία παρμένα από την αληθινή του ζωή. Χαρακτηρίζουμε όμως, το τελευταίο βιβλίο που πρόλαβε να δει τυπωμένο, ως μια συλλογή ποιημάτων, συγκαταλέγοντάς το ανάμεσα στις 1400 και πλέον σελίδες του συνολικού ποιητικού του έργου. Κι αυτό γιατί πέρα από συγγραφέας ποιητικών έργων, ο Τάσος Λειβαδίτης υπήρξε δάσκαλος της ποιητικής τέχνης, που έδωσε τη φλόγα και το ερέθισμα σε πολλούς μεταγενέστερους μαθητές, να ακολουθήσουν τα χνάρια και τα βήματα που ο ίδιος άφησε τυπωμένα στα πολύπλοκα και δυσνόητα μονοπάτια που δημιούργησε.
Σκόπιμα; Ίσως…


«Άλλα και ποιος δεν έκλεισε μια πόρτα χωρίς να προφτάσει ν’ ακούσει την απάντηση;
Ή ποιος μπορεί ν’ αποδείξει ότι είναι αθώος;
Κι αγάπησα με πάθος κάτι που δε γνώρισα ποτέ.
Τι ήταν;
Τέλος, μια νύχτα έρχεται και κάθεται πάνω στο στήθος σου η φριχτή υποψία —
και τότε τι κάνεις;»



Τώρα μένει, ο κριτικός λογοτεχνίας του μέλλοντος, να αποκωδικοποιήσει τα καλά κρυμμένα νοήματα που φωλιάζουν σα σπίθες έτοιμες να βάλουν φωτιά, στις 76 σελίδες αυτού του μικρού αριστουργήματος. Ένα αριστούργημα, τέλειο και προσεγμένο μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια, που μιλάει για όλα, για όλους, που θίγει με το μπαμπάκι, που σφάζει με το μελάνι της γραφομηχανής, που προβληματίζει, διδάσκει, άλλοτε γλυκαίνει το στόμα σαν καραμέλα, κι άλλοτε πάλι βυθίζει το πνεύμα μέσα σ’ έναν ωκεανό ερωτημάτων χωρίς απαντήσεις.


«Κι υστέρα έρχονται και σε ρωτάνε: «σε ποιον έχω την τιμή;», «στο μουνί της αδερφής σου, βρε ηλίθιε — δε βλέπεις;»
«Στεκόμουν στη γωνία, ωραίες γυναίκες περνούσαν, ω Θεέ μου, πόσο ωραίες, τις παρακάλεσα, τους έταξα λεφτά, μα τώρα γέρασα και αρνούνται…»


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ - ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ


Γεγονός είναι, πως ο Τάσος Λειβαδίτης δεν παρέλειψε να υμνήσει στα περισσότερα έργα του, το γυναικείο φύλο, με μια συμπάθεια που γίνεται σε κάποιους στίχους λατρεία, ένα είδος υποταγής μπροστά στα θηλυκά στοιχεία όλης της πλάσης, ξεκινώντας από τη μητέρα, περνώντας στη μικρή του εξαδέλφη, απογυμνώνοντας πλήρως τα γυναικεία κορμιά που συναντούσε στο διάβα του, όπως συνέβη με τη θεία του Ρόζα, για να φτάσει μέχρι και τα κάτω άκρα μιας ιερόδουλης, περιεργαζόμενος τις κινήσεις των ποδιών της, όπως αυτά ανεβοκατέβαιναν σκάλες, τρέχοντας σε δρόμους και σκηνικά που ο ίδιος ο Τάσος έπλαθε μέσα από τις σελίδες του, και καταλήγοντας τελικά στην προέκταση των γυναικείων ποδιών, τα υποδήματα, αλλά και κάθε αξεσουάρ που θα μπορούσε να συνοδεύει το κάλλος αυτών.


«όπως τότε παιδί που οι υπηρέτριες έσκυβαν και κοίταζα με αγωνία τις δαντέλες στις άσπρες κυλόττες τους»
«το ξενοδοχείο που πηγαίναμε με τη θεία Ρόζα ήταν πάντα κακοφωτισμένο
όταν τελειώναμε η θεία έκλαιγε και προσπαθούσε να συμμαζέψει ό,τι απόμεινε απ’ τη ζωή της
σ’ έναν παλιό κορσέ — όταν βγαίναμε περπατούσαμε αμίλητοι, «είμαι μεγαλύτερη σου — σε αποπλανώ», μου ‘πε κάποτε, «ναι, θεία — αλλά θα πάτε στον παράδεισο γι’ αυτό»

«όταν γύρισα σπίτι δεν ακούγονταν πια τ’ ανάλαφρα βήματα των κοριτσιών…»


Σε κάποια σημεία του βιβλίου, μας παρακινεί να τον ακολουθήσουμε κάτω από τις ξύλινες σκάλες του σπιτιού, για να δούμε τη ματιά του να κοιτάζει επίμονα, επικεντρωμένη στις κινήσεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων της οικογένειας.


«Θυμάσαι που περιμέναμε με αγωνία την επιστροφή της μητέρας
από κάποια επίσκεψη
κι αργότερα περιμέναμε στη στροφή της σκάλας τη Μαρία του πάνω πατώματος…»

«καμιά φορά η μητέρα με ρωτούσε δακρυσμένη «γιατί σ’ αρέσει να ταπεινώνεσαι;» «θέλω να καταλάβω, μητέρα».


Εδώ διακρίνουμε την διάθεση του Τάσου Λειβαδίτη, να πέσει πολύ χαμηλά για να παρατηρήσει τον κόσμο, ώστε τελικά να αντιληφθεί την πλάση από μια διαφορετική οπτική γωνία, τέτοια όμως που θα πρέπει να τον ταπεινώσει, που θα πρέπει να τον εξευτελίσει, προκειμένου όπως μας λέει ο ίδιος «να καταλάβει».


«ανάμεσα σε πολύτεκνες οικογένειες που κοιμόντουσαν όλοι στο πάτωμα, τα χέρια των αγοριών ψαχούλευαν τα κορίτσια σα να ξεφύλλιζαν το πρώτο τους αναγνωστικό»
«Κι η νεαρή εξαδέλφη — συνομήλικοι. στου κήπου τη χλόη πλαγιασμένοι, όπως θα λεγε ένας παλιός ποιητής.
Βράδυ. Φιληθήκαμε. Κι άξαφνα από μια μυστηριώδη κίνηση των άστρων
βρέθηκα ανάμεσα στα πόδια της.
Ο κόσμος μόλις είχε αρχίσει.»



Η πρώτη επαφή, το πρώτο άξαφνο ερωτικό σκίρτημα για την εξαδέλφη του, και πάλι χαμηλά, στη χλόη του κήπου. Ποτέ ψηλά και ποτέ όρθιος, αλλά κι εδώ ακόμα ο Τάσος πεσμένος, πλαγιασμένος, κρυμμένος ανάμεσα στα πόδια της εξαδέλφης λίγο πριν της χαρίσει το «μυστικό κλειδί» του, το οποίο για εμάς παραμένει ακόμα ένα μυστικό, λες και το πήρε μαζί του την ημέρα που έφυγε από κοντά μας, για το μεγάλο ταξίδι στους ουρανούς που ύμνησε τόσο.


«Κι αργότερα, σ’ ένα απ’ τα πιο μοναχικά μας όνειρα, της χάρισα το μυστικό κλειδί
από τότε χανόταν περίεργα»

«Κι αγάπησα τις λέξεις που με ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα.»


Σίγουρα η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη, είναι ένα σταυρόλεξο για γερούς λύτες, ένας γρίφος που περιμένει να αποκρυπτογραφηθεί, από εκείνον που θα έχει εντρυφήσει στο σύνολο του έργου του, και γνωρίζοντας κάποιες κρυφές πτυχές της ζωής του, ίσως να πλησιάσει το αίνιγμα της «Διαθήκης» του, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο χαρτί με τα «Μικρά γυμνάσματα λησμονιάς» του, αλλά κυρίως μέσα από το «Μικρό (αλλά τεράστιο σε γνώση) βιβλίο για μεγάλα όνειρα».


«Ίσως να το ‘βρα. Aλλά δεν θα σας το πω. Γιατί τότε εσείς τι θα ψάχνετε;»*
«μόνο μια θεία, που κούτσαινε λίγο, καταλάβαινε και μου ‘λεγε ψιθυριστά»
«τι ετοιμάζεις πάλι;», «τίποτα, τίποτα, θεία — μόνο που όλα τελειώνουν τόσο γρήγορα…»

Γιώργος Σ. Κόκκινος
Τα αποσπάσματα στίχων από το «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα», Τάσος Λειβαδίτης, Εκδόσεις Κέδρος, 1987
* Το ποίημα «Διαθήκη» από το βιβλίο «Εγχειρίδιο ευθανασίας», Τάσος Λειβαδίτης, εκδόσεις Κέδρος, 1979

“Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα”
Συγγραφέας: Λειβαδίτης, Τάσος
Κατηγορία: Ελληνική ποίηση
Εκδότης: ΚΕΔΡΟΣ
Πρώτη έκδοση: 1987
Ημερ/νία έκδοσης: 1991
Αριθμός σελίδων: 76
ISBN: 960-04-0429-1






ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ - ΑΦΙΕΡΩΜΑ - ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ



Η εξέγερση του Πολυτεχνείου

Το μνημείο του αγώνα των φοιτητών στο προαύλιο του Πολυτεχνείου Προς τιμήν των θυμάτων, 1978, έργο του γλύπτη Μέμου Μακρή.


Ξεκίνησαν από την Κυριακή οι τριήμερες εκδηλώσεις για τον εορτασμό της 36ης επετείου εξέγερσης του Πολυτεχνείου, οι οποίες θα κορυφωθούν την Τρίτη με την καθιερωμένη πορεία προς την αμερικάνικη πρεσβεία.
Οι πόρτες του Πολυτεχνείου θα παραμείνουν ανοιχτές την Κυριακή 15 και τη Δευτέρα 16 Νοεμβρίου από τις 9 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, με τη διεξαγωγή συζητήσεων και εκδηλώσεων να λαμβάνουν χώρα εντός και εκτός του Ιδρύματος.
Η πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία, την Τρίτη, θα ξεκινήσει μετά τις 3 το μεσημέρι.
«Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο! Σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων.»
«ΨΩΜΙ – ΠΑΙΔΕΙΑ – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», «ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ», ΕΞΩ ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ»


Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 ήταν μια μαζική διαδήλωση λαϊκής αντίθεσης στο καθεστώς της Χούντας των Συνταγματαρχών. Η εξέγερση ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου 1973, κλιμακώθηκε σχεδόν σε αντιχουντική επανάσταση και έληξε με αιματοχυσία το πρωί της 17ης Νοεμβρίου, μετά από μια σειρά γεγονότων που ξεκίνησαν με την είσοδο αρμάτων μάχης στον χώρο του Πολυτεχνείου.

Τα αίτια

Η Ελλάδα βρισκόταν από τις 21 Απριλίου 1967 υπό τη δικτατορική διακυβέρνηση του στρατού, ενός καθεστώτος που είχε καταργήσει τις ατομικές ελευθερίες, είχε διαλύσει τα πολιτικά κόμματα και είχε εξορίσει, φυλακίσει και βασανίσει πολιτικούς και πολίτες με κριτήριο τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.
Το 1973 βρίσκει τον ηγέτη της χούντας, Γεώργιο Παπαδόπουλο να έχει ξεκινήσει μια διαδικασία "φιλελευθεροποίησης" του καθεστώτος, η οποία συμπεριλάμβανε την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων και την μερική άρση της λογοκρισίας, καθώς και υποσχέσεις για νέο σύνταγμα και εκλογές για επιστροφή σε πολιτική διακυβέρνηση. Στελέχη της αντιπολίτευσης, μπόρεσαν έτσι να ξεκινήσουν πολιτική δράση ενάντια της χούντας.
Η χούντα, στην προσπάθειά της να ελέγξει κάθε πλευρά της πολιτικής, είχε αναμιχθεί στον φοιτητικό συνδικαλισμό από το 1967, απαγορεύοντας τις φοιτητικές εκλογές στα πανεπιστήμια, στρατολογώντας υποχρεωτικά τους φοιτητές και επιβάλλοντας μη εκλεγμένους ηγέτες των φοιτητικών συλλόγων στην Eθνική Φοιτητική Ένωση Eλλάδας (ΕΦΕΕ). Αυτές οι ενέργειες όπως είναι φυσικό δημιούργησαν έντονα αντιδικτατορικά αισθήματα στους φοιτητές, όπως τον φοιτητή Γεωλογίας Κώστα Γεωργάκη, ο οποίος αυτοπυρπολήθηκε δημόσια το 1970 στην Γένοβα της Ιταλίας σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στη χούντα. Με αυτή την εξαίρεση, η πρώτη μαζική δημόσια εκδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στη χούντα ήρθε από τους φοιτητές στις 21 Φεβρουαρίου 1973.

Οι αναταραχές ξεκίνησαν λίγο νωρίτερα, στις 5 Φεβρουαρίου, όταν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματά τους. Στις 13 Φεβρουαρίου γίνεται διαδήλωση μέσα στο Πολυτεχνείο και η χούντα παραβιάζει το πανεπιστημιακό άσυλο, δίνοντας εντολή στην αστυνομία να επέμβει. 11 φοιτητές συλλαμβάνονται και παραπέμπονται σε δίκη. Με αφορμή αυτά τα γεγονότα, στις 21 Φεβρουαρίου, περίπου τρεις με τέσσερις χιλιάδες φοιτητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κατέλαβαν το κτίριο της σχολής στο κέντρο της Αθήνας επί της οδού Σόλωνος, ζητώντας ανάκληση του νομού 1347 που επέβαλε την στράτευση «αντιδραστικών νέων», καθώς 88 συμφοιτητές τους είχαν ήδη στρατολογηθεί με τη βία. Από την ταράτσα του κτιρίου απαγγέλλουν τον ακόλουθο όρκο: «Εμείς οι φοιτηταί των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ορκιζόμαστε στo όνομα της ελευθερίας να αγωνισθούμε μέχρι τέλους για την κατοχύρωση: α) των ακαδημαϊκών ελευθεριών, β)του πανεπιστημιακού ασύλου, γ) της ανακλήσεως όλων των καταπιεστικών νόμων και διαταγμάτων.» Η αστυνομία έλαβε εντολή να επέμβει και πολλοί φοιτητές σε γύρω δρόμους υπέστησαν αστυνομική βία, χωρίς όμως τελικά να παραβιαστεί το πανεπιστημιακό άσυλο. Τα γεγονότα στη Νομική αναφέρονται συχνά ως προάγγελος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.
Η εξέγερση των φοιτητών επηρεάστηκε επίσης σημαντικά και από τα νεανικά κινήματα της δεκαετίας του '60, και ειδικά από τα γεγονότα του Μάη του '68.
Τα γεγονότα
Polytexneio.JPG
Στις 14 Νοεμβρίου 1973 φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματα και άρχισαν διαδηλώσεις εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος. Καθώς οι αρχές παρακολουθούσαν αμέτοχες, οι φοιτητές που αυτοαποκαλούνταν «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», οχυρώθηκαν μέσα στο κτίριο της σχολής επί της οδού Πατησίων και ξεκίνησαν τη λειτουργία του ανεξάρτητου ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου. Ο πομπός κατασκευάστηκε μέσα σε λίγες ώρες στα εργαστήρια της σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών από τον Γιώργο Κυρλάκη. Το, πλέον ιστορικό, μήνυμά τους ήταν: «Εδώ Πολυτεχνείο! Λαέ της Ελλάδας το Πολυτεχνείο είναι σημαιοφόρος του αγώνα μας, του αγώνα σας, του κοινού αγώνα μας ενάντια στη δικτατορία και για την Δημοκρατία». Εκφωνητές του σταθμού ήταν η Μαρία Δαμανάκη, ο Δημήτρης Παπαχρήστος και ο Μίλτος Χαραλαμπίδης.

Στις 3 π.μ. της 17ης Νοεμβρίου αποφασίζεται από την μεταβατική κυβέρνηση η επέμβαση του στρατού και ένα από τα τρία άρματα μάχης που είχαν παραταχθεί έξω από τη σχολή, γκρεμίζει την κεντρική πύλη. Όπως φαίνεται και στο ιστορικό φιλμ που τράβηξε παράνομα Ολλανδός δημοσιογράφος, το άρμα μάχης AMX 30 έριξε την σιδερένια πύλη τη στιγμή που επάνω βρίσκονταν ακόμα φοιτητές. Ο σταθμός του Πολυτεχνείου έκανε εκκλήσεις στους στρατιώτες να αψηφήσουν τις εντολές των ανωτέρων τους και στη συνέχεια ο εκφωνητής απήγγειλε τον Ελληνικό Εθνικό Ύμνο. Η μετάδοση διακόπηκε με την είσοδο του άρματος στον χώρο της σχολής. Οι φοιτητές βλέποντας το άρμα μάχης να εισβάλλει, ακολουθούμενο από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, ρίχνουν την πόρτα του Πολυτεχνείου στην οδό Στουρνάρη και αρχίζουν να εξέρχονται μαζικά. Οι αστυνομικές δυνάμεις επιτίθενται στους φοιτητές, την έξοδο των οποίων αποφασίζουν (σύμφωνα και με το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά) να περιφρουρήσουν κάποιοι από τους στρατιώτες που βρίσκονταν στην περιοχή, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις επενέβησαν και εναντίον των αστυνομικών που βιαιοπραγούσαν στους φοιτητές. Πολλοί φοιτητές βρίσκουν καταφύγιο σε γειτονικές πολυκατοικίες. Ελεύθεροι σκοπευτές της αστυνομίας ανοίγουν πυρ από γειτονικές ταράτσες, ενώ άνδρες της ΚΥΠ καταδιώκουν τους εξεγερθέντες.

Οι νεκροί του Πολυτεχνείου

Στρατιώτες και αστυνομικοί έβαλαν με πραγματικά πυρά κατά πολιτών μέχρι και την επόμενη μέρα, με συνέπεια αρκετούς θανάτους στον χώρο γύρω από το Πολυτεχνείο, αλλά και στην υπόλοιπη Αθήνα. Η πρώτη επίσημη καταγραφή τον Οκτώβριο του 1974, από τον εισαγγελέα Δημήτρη Τσεβά, εντόπισε 18 επίσημους ή πλήρως βεβαιωθέντες νεκρούς και 16 άγνωστους "βασίμως προκύπτοντες". Ένα χρόνο αργότερα ο αντιεισαγγελέας εφετών Ιωάννης Ζαγκίνης έκανε λόγο για 23 νεκρούς, ενώ κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε προστέθηκε ακόμη ένας. Οι πρώτες (δημοσιογραφικές) προσπάθειες για την καταγραφή των γεγονότων μιλούσαν για 59 νεκρούς ή και 79 θύματα, με βάση τον κατάλογο Γεωργούλα. Σύμφωνα με έρευνα το 2003 του διευθυντή του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, ο αριθμός των επωνύμων νεκρών ανέρχεται σε 23, ενώ αυτός των νεκρών αγνώστων στοιχείων σε 16.
1. Διομήδης Ιωάννου Κομνηνός, ετών 17, μαθητής. Εφονεύθη έξωθιτου Πολυτεχνείου περί ώρα 22.15′ της 16.11.73
Ο Χρήστος Λάζος υποστηρίζει ότι οι νεκροί είναι 83 και ίσως περισσότεροι. Ανάμεσά τους ο 19χρονος Μιχάλης Μυρογιάννης, ο μαθητής λυκείου Διομήδης Κομνηνός και ένα πεντάχρονο αγόρι που εγκλωβίστηκε σε ανταλλαγή πυρών στου Ζωγράφου. Κατά τη δίκη των υπευθύνων της χούντας υπήρξαν μαρτυρίες για τον θάνατο πολλών πολιτών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Τέλος χιλιάδες σύμφωνα με εκτιμήσεις ήταν οι τραυματίες πολίτες.

Η δίκη για τα γεγονότα
Στις30 Δεκεμβρίου του 1975 και μετά από ακροαματική διαδικασία διόμισυ μηνών και διάσκεψη 6 ημερών ενώπιον του πενταμελούς εφετείου Αθηνών, εκδόθηκε η απόφαση του δικαστηρίου το οποίο κήρυξε ένοχους τους 20 από τους 32 κατηγορούμενους, ενώ αθώωσε άλλους 12. Οι κύριες ποινές που επιβλήθησαν:

  • Δημήτριος Ιωαννίδης (αρχηγός της ΕΣΑ την περίοδο της εξέγερσης): 7 φορές ισόβια για ηθική αυτουργία σε 7 ανθρωποκτονίες από πρόθεση και 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε 38 απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση διάπραξης κακουργημάτων, καθώς και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Γεώργιος Παπαδόπουλος (εν ενεργεία δικτάτορας την περίοδο της εξέγερσης): 25 χρόνια κάθειρξη για απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονίες από πρόθεση και απόπειρες ανθρωποκτονιών, καθώς και δεκαετής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Σταύρος Βαρνάβας (αντιστράτηγος Ε.Α.): 3 φορές ισόβια για ηθική αυτουργία σε 3 ανθρωποκτονίες από πρόθεση και 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε 17 απόπειρες ανθρωποκτονιών και πρόκληση διάπραξης κακουργημάτων, καθώς και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
  • Νικόλαος Ντερτιλής (ταξίαρχος Ε.Α.): Ισόβια κάθειρξη και διαρκής στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για ανθρωποκτονία από πρόθεση του φοιτητή Μυρογιάννη.
  • Άλλοι τέσσερις ανώτατοι αξιωματικοί σε 25 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για ηθική αυτουργία σε συνολικά 12 ανθρωποκτονίες και 56 απόπειρες ανθρωποκτονιών, καθώς και δεκαετής στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων.
  • Άλλοι 12 κατηγορούμενοι σε μικρότερες ποινές, από 5 μήνες έως 10 χρόνια κάθειρξη για διάφορες κατηγορίες, κυρίως για ηθική αυτουργία σε επικίνδυνες σωματικές βλάβες. Οι ποινές κάτω του ενός έτους, ήταν εξαγοράσιμες.



Πολυτεχνείο 1973