29 Οκτωβρίου 2009

Έρωτας κεραυνοβόλος



Η φωτιά διέσχισε ξυπόλυτη το δάσος τρέχοντας λες και κάποιος την κυνηγούσε. Όχι γιατί βιαζόταν. Απλώς βαριόταν αφόρητα. Μια ακαταμάχητη δύναμη μέσα της την έσπρωχνε να εξαπλωθεί ολοένα και πιο μακριά. Ήθελε να δει νέα πράγματα, να ζήσει καινούργιες εμπειρίες.

Περνώντας από δέντρο σε δέντρο συνέχισε την ξέφρενη πορεία της, μέχρι που βρέθηκε μπροστά σε ένα ξέφωτο. Τα δέντρα απέναντί της ήταν πολύ μακριά για να τα φτάσει με μια δρασκελιά και το χορτάρι που την χώριζε από αυτά ήταν ακόμα μουσκεμένο από την πρωινή πάχνη. Έκανε να στρίψει προς την ανατολή, μα βράχια ψηλά κι απότομα ορθώνονταν σαν αδιαπέραστο τοίχος. Πίσω δε μπορούσε να γυρίσει αφού είχε ήδη καταβροχθίσει αχόρταγα οτιδήποτε είχε βρεθεί στο διάβα της. Μοναδική διέξοδος ήταν προς τη δύση, μέσα από τα πυκνά βάτα.


Η αλήθεια είναι βέβαια ότι οι ταπεινοί θάμνοι δεν άρμοζαν σε μια φωτιά της τάξης της, αλλά έτσι όπως τα είχε καταφέρει δεν της είχαν μείνει κι άλλες επιλογές. Έκλεισε τη μύτη της επιδεικτικά για να μην εισπνέει την αποκρουστική μυρωδιά κι άρχισε να περπατά πάνω στις μύτες των ροδαλών ποδιών της, προσπαθώντας (χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία) να αποφεύγει τα σουβλερά αγκάθια. Σε κάθε της βήμα, δεκάδες μικροσκοπικές βελόνες βυθίζονταν στις μαλακές πατούσες της αφήνοντας πάνω τους μικρά κόκκινα σημαδάκια.

Καλομαθημένη καθώς ήταν, δεν άντεξε για πολύ το μαρτύριο αυτό. Με το που βρήκε λίγα ξερά στάχια κατέβηκε από τα βάτα κι άρχισε να σέρνεται πάνω τους σαν ένα πελώριο κόκκινο φίδι. Η απόσταση που τη χώριζε πια από το χώμα δεν ήταν παρά λίγα εκατοστά.

Το χώμα το μισούσε και το φοβόταν συνάμα. Ήξερε πολύ καλά πως η παραμικρή επαφή μαζί του θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Μαζεύτηκε λοιπόν όσο περισσότερο γινόταν και προσπάθησε να κρατηθεί στις κορφές από τα ξανθά κλωναράκια. Καθώς περνούσε από μίσχο σε μίσχο, έκανε ν’ ανθίσει πάνω του ένα πορφυρόχρυσο λουλουδάκι που γρήγορα χανόταν κι άφηνε στη θέση του μόνο λίγη γκρίζα σκόνη.



Η όρεξη της φωτιάς όμως ήταν μεγάλη και τα στάχια λιγοστά. Το στομάχι της άρχισε να γουργουρίζει. Αχ, πόσο πολύ λαχταρούσε ένα νόστιμο δεντράκι. Κατά προτίμηση κάποιο γέρικο, χωρίς πολλούς χυμούς, που θα παραδινόταν δίχως ιδιαίτερη αντίσταση στο άγγιγμά της. Μα από εκεί χαμηλά που βρισκόταν δε μπορούσε να δει και πολλά πράγματα. Συνέχισε λοιπόν το δρόμο της, παραστρατίζοντας ελαφρά πότε από τη μια και πότε από την άλλη με την ελπίδα ότι όλο και κάτι θα έβρισκε τελικά.

Ο χειμωνιάτικος ήλιος χασμουρήθηκε βαριεστημένα και – αν και ήταν σχετικά νωρίς ακόμα – πήρε σιγά-σιγά το δρόμο της επιστροφής. Αυτές τι κρύες μέρες δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει στη γλυκιά θαλπωρή του σπιτιού του. Αχ πως περίμενε τη στιγμή που θα φορούσε τις μαλακές του παντόφλες και θ’ άραζε μπροστά στο αναμμένο τζάκι χαζεύοντας από το φεγγίτη τα αστέρια να ταξιδεύουν στον ουρανό συντροφιά με την πολυαγαπημένη του Σελήνη.


Η φωτιά είδε τον ήλιο να βυθίζεται στον μακρινό ορίζοντα και σκέφτηκε πως θα
έπρεπε να βιαστεί, αλλιώς κινδύνευε να περάσει τη νύχτα πάνω στο χώμα. Και κάτι τέτοιο σίγουρα δεν ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσε να της συμβεί.

«Τι τα ’θελα μωρέ αυτά τα μακρινά ταξίδια;» αναλογίστηκε και τα έβαλε με τον εαυτό της. «Καλά δεν ήμουν εκεί πίσω στο δάσος μου; Μεγάλη, δυνατή, περήφανη. Και τώρα κοίτα τα χάλια μου...» είπε κοιτώντας με παράπονο τις μικροσκοπικές φλογίτσες της που μόλις διακρίνονταν στο αχνό φως του δειλινού. Δυο-τρία πύρινα δάκρια έσταξαν στο χώμα και χάθηκαν μονομιάς αφήνοντας πίσω τους ένα πνιχτό σφύριγμα.


Οι ελπίδες της φωτιάς άρχισαν να σβήνουν. Μαζί τους κι αυτή. Σκέφτηκε να τα παρατήσει και ν’ αφεθεί στη μοίρα της. Μα κάτι μέσα της δεν την άφηνε. «Όχι, δε μπορεί. Δεν πρέπει να τελειώσω έτσι,» μονολόγησε. Μάζεψε τις τελευταίες της δυνάμεις, έσφιξε τα δόντια κι ανασηκώθηκε στον αέρα όσο πιο ψηλά μπορούσε, με κίνδυνο να μην μπορέσει να επιστρέψει ξανά πίσω στα στάχυα που την κρατούσαν στη ζωή.


Και τότε το είδε! Ένα τεράστιο πεύκο. Τα κλαδιά του απλώνονταν σα μια τεράστια πράσινη ομπρέλα πάνω από ένα ποτάμι. Λαχταριστό ρετσίνι χρύσιζε πάνω στον πανύψηλο κορμό του. Δίχως δεύτερη σκέψη, η φωτιά χίμηξε καταπάνω του σαν πεινασμένο αγρίμι και το έσφιξε βίαια στην αγκαλιά της. Το δέντρο λαμπάδιασε μονομιάς καθώς το σώμα του ενώθηκε με το δικό της.


Μόλις η φωτιά χόρτασε την πείνα της, ένιωσε ένα κύμα ευφορίας να την πλημυρίζει. Ξέχασε μονομιάς το πάθημά της και νάσου άρχισε να ονειρεύεται πάλι μακρινά ταξίδια και καινούργιες περιπέτειες. Δίχως να το πολυσκεφτεί, σκαρφάλωσε στο πιο ψηλό κλαδί του πεύκου για να χαράξει την νέα της πορεία.


Στην απέναντι όχθη του ποταμού διέκρινε μια τροφαντή συστάδα δέντρων κι ένιωσε την πείνα της να ξαναφουντώνει! Μα πως θα έφτανε ως εκεί; Έριξε μια ματιά προς τα κάτω κι είδε ένα μεγάλο κλαδί που κρεμόταν σα γέφυρα πάνω από το ποτάμι. Μάζεψε τις φλόγες της και κατευθύνθηκε προς το μέρος του.

Ισορρόπησε σαν ακροβάτης του τσίρκου πάνω στο κλαδί και με μικρά προσεκτικά βηματάκια άρχισε να το περνά με χάρη. Ψηλά, πάνω από το κεφάλι της, είχαν ήδη αρχίσει να καταφθάνουν τα πρώτα αστέρια. Η φωτιά κοντοστάθηκε λίγο για να τα χαζέψει. Της άρεσαν τόσο πολύ τα αστέρια! Εκεί, ανάμεσά τους, είδε και τη Σελήνη να δίνει ένα πεταχτό φιλάκι στον Ήλιο καθώς έπαιρνε τη θέση του στον ουρανό. Και τότε, ένιωσε ένα τσιμπηματάκι στην καρδιά! Για πρώτη φορά στη ζωή της, συνειδητοποίησε πως ήταν μόνη. Πάντα ήταν μόνη. «Τι να την κάνεις τη φλόγα, αν δεν έχεις κάποιον για να ζεστάνεις; Τι να το κάνεις τόσο φως, αν δε μπορείς να φωτίσεις κάποιον που αγαπάς;» μονολόγησε με παράπονο.


«Εμένα πάντως με φωτίζεις μια χαρά,» της απάντησε μια κελαριστή φωνή από κάτω της. Η φωτιά σάστισε τόσο πολύ από την απρόσμενη απάντηση, που παρά λίγο να πέσει από το δέντρο. Την τελευταία στιγμή όμως άρπαξε γερά το κλαρί κι αυτό φούντωσε ακόμα περισσότερο.
«Μα, ποιος μίλησε;» ρώτησε γεμάτη περιέργεια.
«Εδώ, εδώ κάτω, ο ποταμός είμαι» ακούστηκε πάλι η φωνή από χαμηλά κι η επιφάνεια του νερού σκίστηκε στα δυο, σχηματίζοντας ένα πλατύ χαμόγελο.

Η φωτιά έσκυψε λίγο για να δει καλύτερα κι αντίκρισε τη λάμψη της να καθρεφτίζεται πάνω στο νερό. Αμέτρητα αστέρια τρεμόσβηναν ανάμεσα στα ανθισμένα νούφαρα και τα λευκά βοτσαλάκια. Η εικόνα αυτή τη μάγεψε!

«Αυτό είναι υπέροχο!» αναφώνησε με θαυμασμό.
«Ευχαριστώ! Και συ δεν πας πίσω…» την πείραξε ο ποταμός.


Το βραδινό αεράκι φύσηξε παιχνιδιάρικα κι ανασήκωσε ελαφρά το πορφυρό φουστάνι της φωτιάς, κάνοντάς την να κοκκινίσει ακόμα πιο πολύ. Με κάποια δόση αμηχανίας πήρε λίγη στάχτη από το κλαδί και την άπλωσε πάνω στα μαγουλά της για να κρύψει το κοκκίνισμά τους.

«Είσαι ότι πιο όμορφο έχω δει ποτέ!» άρχισε να τη φλερτάρει ο ποταμός που είχε τώρα σταματήσει για λίγο να κυλά. Η φωτιά ήξερε ότι της έλεγε αλήθεια, αφού μπορούσε να δει μια χαρά πώς φαινόταν μέσα από τα μάτια του.
«Πρώτη φορά μου λέει κάποιος τρυφερά λόγια,» είπε η φωτιά συνεσταλμένα. «Συνήθως με φοβούνται ή με μισούν γιατί καταστρέφω ότι βρω στο πέρασμά μου. Μα δε φταίω εγώ γι’ αυτό. Έτσι είναι η φύση μου. Δε μπορώ να κάνω αλλιώς.»
«Μη στεναχωριέσαι, σε καταλαβαίνω,» της είπε με συμπόνια ο ποταμός. «Παρόλο που όλα τα πλάσματα έρχονται σ’ εμένα για να σβήσουν τη δίψα τους, όταν φουσκώνω απ’ τη βροχή και γίνομαι ορμητικός με καταριούνται και με πολεμούν ξεχνώντας ότι κάποτε τα είχα ευεργετήσει. Μα εγώ δεν τα κακίζω.»


«Πόσο θα ‘θελα να σ’ αγγίξω, μα φοβάμαι,» είπε διστακτικά η φωτιά.
Ο ποταμός αντί να πει κάτι σήκωσε ψηλά ένα κυματάκι που έφτασε σχεδόν ίσαμε το κλαδί. Η φωτιά άπλωσε διστακτικά μια φλογίτσα της κι ακούμπησε το δροσερό νερό. Αμέσως, ακούστηκε ένα αδύναμο «φσστ» κι ένα μικρό συννεφάκι ατμού σχηματίστηκε στον αέρα. Η φωτιά τραβήχτηκε πίσω τρομαγμένη. «Ωχ! Συγγνώμη, σε πόνεσα;» απολογήθηκε.
«Όχι, όχι, μη φοβάσαι» απάντησε γελώντας ο ποταμός. «Δε μου έκανες κάποιο κακό. Απλά η φλόγα σου ενώθηκε με το νερό μου και μαζί έγιναν ατμός, σύννεφο δηλαδή.»
«Μα αυτό είναι μαγικό! Πρώτη φορά δημιουργώ κάτι στη ζωή μου. Συνήθως μόνο καταστρέφω. Τι υπέροχο συναίσθημα!»


Ξάφνου ο ποταμός άρχισε ν’ αναριγεί.
«Τι σου συμβαίνει; Είσαι καλά;» τον ρώτησε ανήσυχη η φωτιά.
«Ναι, μια χαρά! Απλά το ρεύμα μου άρχισε και πάλι να με σπρώχνει. Δε θα μπορέσω να κρατηθώ για πολύ ακόμα, αν και θα’ θελα τόσο πολύ να μείνω μαζί σου.»
«Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ αν μείνω κι άλλο εδώ κινδυνεύω να σβήσω,» συμφώνησε η φωτιά.
«Τι κρίμα,» είπε λυπημένος ο ποταμός. «Ακόμα δε βρεθήκαμε και πρέπει να χωρίσουμε γνωρίζοντας ότι δε θα μπορέσουμε να βρεθούμε ποτέ ξανά. Όμως φοβάμαι πως δε μπορώ πια να ζω χωρίς εσένα. Ή κι αν μπορώ, δεν θέ….» Ο ποταμός δεν πρόλαβε ν’ αποτελειώσει την τελευταία του πρόταση κι άρχισε να κυλά με μεγάλη ταχύτητα.

Η φωτιά πανικοβλήθηκε μόλις είδε τον ποταμό να χάνεται έτσι ξαφνικά μπροστά από τα μάτια της, και, δίχως να το πολυσκεφτεί, άφησε το κλαδί που τη βαστούσε στη ζωή και βούτηξε στο παγωμένο νερό.


Τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του πάθους τους, που μόλις ενώθηκαν, η φωτιά έσβησε κι ο ποταμός ολάκερος άδειασε μονομιάς. Στη θέση τους απέμεινε μόνο ένα αφράτο λευκό σύννεφο που άρχισε ν’ ανεβαίνει προς τον ουρανό σαν ένα τεράστιο πουπουλένιο μαξιλάρι.

Το σύννεφο ανέβηκε ψηλά, πολύ ψηλά. Εκεί συνάντησε κι άλλα σύννεφα - ποιος ξέρει ποιοι έρωτες τα είχαν φτιάσει. Μόλις γνωριστήκανε μεταξύ τους και ξεθάρρεψε λίγο, το σύννεφο τους διηγήθηκε την ιστορία του. Αυτά τότε θυμηθήκαν τις δικές τους ιστορίες, συγκινήθηκαν κι άρχισαν να κλαίνε. Ένα μετά το άλλο τα δάκρυά τους έπεφταν σα βροχή.

Η βροχή πότισε την ξεραμένη γη σχηματίζοντας μικρά ρυάκια, λεπτές φλέβες νερού που μπλέκονταν η μια με την άλλη δημιουργώντας μεγαλύτερες φλέβες που τελικά κατέληγαν στην αδειανή κοίτη του ποταμού.


Όταν κόπασε η βροχή, ο ποταμός είχε ξαναγεμίσει. Φρέσκος και ξανανιωμένος άρχισε να κυλάει φουριόζος στα παλιά του λημέρια γνέφοντας χαρούμενα στα σύννεφα που στριμώχνονταν από πάνω του για να τον καμαρώσουν.

Καθώς όμως κοίταζε εκεί ψηλά, πήρε το μάτι του το σύννεφο της φωτιάς να τον κοιτάζει με ένα γλυκό μα συνάμα και παραπονεμένο βλέμμα. Και, παρόλο που τώρα πια ήταν ένας νέος ποταμός, δίχως θύμισες από την προηγουμένη ζωή του, ένιωσε έναν πόνο δυνατό λες και κάποιος του τρυπούσε την καρδιά που έκανε το γλυκό του χαμόγελο να σβήσει μονομιάς από το πρόσωπό του.


Τα υπόλοιπα σύννεφα κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί. Αμέσως, βάλανε λοιπόν στη μέση το σύννεφο της φωτιάς κι άρχισαν να το αγκαλιάζουν όλα μαζί σφιχτά – πολύ σφιχτά. Το καημένο το σύννεφο κατατρόμαξε, γιατί δε μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν. Προσπάθησε να ξεφύγει αλλά ήταν περικυκλωμένο.

Όσο πιο πολύ το πίεζαν τα άλλα σύννεφα, τόσο πιο πολύ μίκραινε αυτό. Μέχρι που πίστεψε πως είχε φτάσει το τέλος. Μα έκανε λάθος, γιατί αυτό δεν ήταν παρά μόνο μια καινούργια αρχή. Γιατί όταν το σύννεφο απέμεινε τοσοδά μικρό, όχι πιο μεγάλο από ένα γινωμένο καρύδι, έγινε κάτι μαγικό! Μια εκτυφλωτική λάμψη άστραψε στον ουρανό λες κι ο Θεός προσπαθούσε να βγάλει φωτογραφία ολόκληρη τη γη. Ένας δυνατός κρότος έσκισε τον αέρα σα μια τεράστια στρακαστρούκα! Το σύννεφο είχε γίνει κεραυνός! Ένα μακρύ πύρινο φίδι που διέσχιζε ξέφρενα το νυχτερινό τοπίο. Και, λίγο πριν πέσει στο χώμα και χαθεί για πάντα, πρόφτασε να απλώσει μια φλόγα και να πιαστεί από ένα μισοκαμένο πεύκο, δίπλα στην κοίτη του ποταμού.


«Αυτό είναι ότι πιο όμορφο έχω δει ποτέ!», είπε μια κελαριστή φωνή την ώρα που η νεογέννητη φωτιά άπλωνε το κορμί της πάνω στο δέντρο για να ξεπιαστεί από το μακρύ ταξίδι. Η φωτιά σάστισε λιγάκι κι έσκυψε προς τα κάτω για να δει ποιος της μιλούσε. Τότε, αντίκρισε τη λάμψη της που καθρεφτιζόταν μέσα στο νερό. Και είδε αμέτρητα αστέρια να τρεμοσβήνουν ανάμεσα στα ανθισμένα νούφαρα και τα λευκά βοτσαλάκια. Και η εικόνα αυτή τη μάγεψε!

God Is An Astronaut- Forever Lost


20 Οκτωβρίου 2009

...Αν ξέρετε κάποιον...που ν' αγαπάει τ' αστέρια...

Το μεγάλο βουνό,άπλωσε πάλι την επιβλητική σκιά του,εκείνο το βράδυ της παραμονής του Δεκαπανταύγουστου, πάνω στα μισοσβησμένα φώτα της μικρής μου πόλης.Σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε της Παναγίας, εδώ στο μικρό εκκλησάκι της Κοίμησης Θεοτόκου στην Παιανία .Ο Υμηττός, λίγο πιο πίσω, μακρύς, ψηλός και μισόγυμνος από δέντρα,να σε κάνει να σταματάς το βλέμμα σου,πάνω στα λευκά του μάρμαρα,στα μικρά πευκάκια και στο φωτισμένο δρόμο του σπηλαίου. Κι έπειτα, να ανεβάζει τη ματιά σου λίγο πιο πάνω ..κι ακόμα λίγο ..και ν' αγγίζεις τον ουρανό !
Έτσι έγινε και εκείνο το βράδυ, που..συνέβησαν όλα αυτά που θα σας πω .. και μάρτυράς μου η Παναγιά ..που την έχω και γειτόνισσα..αν δεν συνέβησαν στ' αλήθεια ...!!!

Εκεί λοιπόν, λίγο πιο πάνω απ' το βουνό, μαζεύονται τις νύχτες ..κάτι περίεργα λαμπιόνια, που ο κόσμος τα λέει ..αστέρια ! Κι είναι πολλά .. πάρα πολλά .. Αφήστε που είναι και ..σαματατζίδικα ..!Όλο μικρές φωτιές σκαρώνουν ..τσακώνονται μεταξύ τους ..για το πιο θα φουντώσει τη μεγαλύτερη .. και δεν αφήνουν τη νύχτα ήσυχη ..να χαρεί τα σκοτάδια της !!! Όταν δε,..ανάψουν για καλά τα αίματα ..πέφτει τέτοιο σπρωξίδι ..που .. γκρεμίζονται και μερικά απ' τα μπαλκονάκια τ' ουρανού ..και σκάνε απάνω στα μάρμαρα του Υμηττού .. βογγώντας !!

Κάτι τέτοιο πρέπει να έγινε και κείνο το βράδυ.. Η απρόσμενη Αυγουστιάτικη μπόρα .. μόλις είχε κοπάσει, εκεί γύρω στα μεσάνυχτα ..φέρνοντας από το ανοιχτό παράθυρο τη μυρωδιά απ' το βρεγμένο χώμα και απ'το ανθισμένο μου γιασεμί..μα και τα κελαρύσματα απ' το βιαστικό νερό..που είχε πλημμυρίσει την κοντινή μου .. ρεματιά .. την άλλη μου γειτόνισσα !!!

Δεν είχα κοιμηθεί ακόμα,όταν άκουσα να χτυπάει το κουδούνι.. και κάτι περίεργους θορύβους στην πόρτα!
-- Ποιός είναι ;;; -- ρώτησα με απορία ..
-- Μου ανοίγετε παρακαλώ ;;..είμαι τραυματίας ...-- μου απάντησε..
Άνοιξα την πόρτα ..μα δεν είδα τίποτε .Μόνο ένα αχνό φως, εκεί στη γλάστρα με το γεράνι ..πηγαινοερχόταν ..σαν μικρό ξωτικό !
-- Τι είσαι εσύ καλέ;; -- ρώτησα
-- Αστέρι είμαι ..-- μου απάντησε ξεψυχισμένα
-- Και ..πως βρέθηκες εδώ ;; έβρεξε η μπόρα αστέρια ..και γω δεν πήρα είδηση ;;;...--ξαναρώτησα ..
-- Είναι μεγάλη ιστορία ομορφούλα ...,μπορείς να με φροντίσεις ;;;..έχω χάσει πολύ φως ..-- μου απάντησε ..

Για να με λέει ..ομορφούλα ..αγόρι πρέπει να ήταν.. κι ήταν και τσαχπίνης ..ήταν κι αστέρι .. ήταν και τραυματίας ...!!!! Α...ρε μπλεξίματα νυχτιάτικα...
Και ..πως φροντίζουν τα τραυματισμένα αστέρια ..απόρησα ..
Κοίταξα το δρόμο ..την αυλή ..τα σκαλοπάτια ..Πρέπει στ' αλήθεια να είχε χάσει πολύ φως.. Παντού σταγόνες από λάμψη .. ! Μέχρι και το πόμολο της αυλόπορτας, είχε σημάδια του τραυματία ...
Το άμοιρο! ..Τι τούλαχε .. Κι ήταν και τσαχπίνης !!

-- Για ..έλα μέσα ..να δούμε πώς θα σε βολέψουμε τώρα ! Δεν έχω ξαναγιατρέψει αστέρι -- του είπα -- πάλι καλά , που δεν σε πήρε χαμπάρι κι ο σκύλος μου, ο Αίολος, να σε κάνει ..με τα κρεμμυδάκια !! --
-- Αααχ ..αααχ ..-- βόγγιξε ..-- τον ξέρω το σκύλο σου ..γνωριζόμαστε ..αααχ ...αυτός με κουβάλησε ως εδώ ..---

Τον κοίταξα σαν χαζή ..Για δες βρε ..γνωριμίες ο σκύλος μου ..Μέχρι κι αστέρια ξέρει !!
-- Και τώρα που είναι ..ο κοσμοπολίτης ;; που πήγε ;; -- ρώτησα
-- Πήγε ως τη ρεματιά να ξεπλυθεί, γιατί καθώς με κουβάλαγε στην πλάτη,τον γέμισα φως τον άμοιρο ..-- απάντησε .

....Τι σκύλος κι αυτός ..!!-- σκέφτηκα --..Δεν μου φτάναν οι σαβούρες που μούφερνε πεσκέσι κάθε μέρα. ...τώρα ..μούφερε κι αστέρι ..και τι αστέρι ..τραυματισμένο !

Μπήκε στο σπίτι παραπατώντας και έπεσε εξαντλημένο στον καναπέ ..Παντού σταγόνες από φως ..Στο πάτωμα, στα μαξιλάρια ...Ωχ !! και μόλις είχα τελειώσει το καθάρισμα !!!

-- Έχεις όνομα ;; πως σε λένε ;;--το ρώτησα
-- Δεν με βαφτίσανε ακόμα ..είμαι πολύ μικρός ...-- είπε
-- Κ ι ούτε θα σε βαφτίσουνε ..-- του είπα -- γιατί καθώς βλέπω ..τόφαγες το κεφάλι σου ..! Τέλος πάντων ..να σε βαφτίσω εγώ ;; να γίνω η νονά σου;; να σε βγάλω ..χμ ..χμ ..Ιάσων ..;; τι λες ; σ αρέσει ;;..-- είπα ..κομπάζοντας μέσα μου, με την ιδέα πως θα γίνω νονά ενός αστεριού ..
-- Ποιός Ιάσων ;;; ..εκείνο το μονοσάνταλο ...που άρπαξε το χρυσόμαλλο δέρας ;;;..-- με ρώτησε με έκπληξη ..
-- Ααα ..!!! έλα Παναγιά μου που σ΄έχω και γειτόνισσα !!! ..που τα ξέρεις εσύ όλα αυτά καλέ ..!! Ξέρουν τ' αστέρια μυθολογία ;;;...--
-- Τι .. μυθολογία ομορφούλα .. εκεί ήμουν ..και τόδα το λεβεντόπαιδο ..!!!
-- Πότε γίνανε ρε πιτσιρίκο ..;; εσύ είσαι τόσο μικρός ..αβάφτιστος .. και μου λες πως ήσουν εκεί ..!!;;
-- Αααα ..!! Δεν καταλαβαίνεις ομορφούλα ..! και ... δεν είσαι και ξανθιά ..!Εμάς τ΄αστέρια περνάνε χιλιάδες χρόνια για να μας βαφτίσουνε ..! ..για πεταλούδες μας πέρασες ;;;!!!!
-- Γιατί καλέ ..! ;; τι έχουν οι πεταλούδες ;;
-- Αααα !! ... είσαι κι αδιάβαστη !!! Βρε ..οι πεταλούδες ζούνε πολύ λίγο ... Εεε μα τον Κρόνο ..!! σε άσχετη έπεσα !!!;;

Κατάπια τη γλώσσα μου ..Ένα μικρό τραυματισμένο αστέρι ..με μάθαινε εντομολογία ..και μαθηματικά !
Κι ήταν και τσαχπίνης ! Σώπασε για λίγο στοχασμένο και γυρνώντας αργά το αχνό φως του προς το μέρος μου ..είπε σοβαρά : Οι νονές που βαφτίζουν αστέρια ..πρέπει να είναι μορφωμένες ..Κι εσύ..δεν είσαι ! Μπα ..άσε το βάφτισμα ..Καλύτερα να γίνεις ..το κορίτσι μου ...

Αμάν !!!για κοίτα ....ρε έρωτες ο μικρός τραυματίας ..Εκεί που ... ψυχορραγούσε ..ήθελε και κορίτσι ..
Ααα ρε γλέντια ..!! Έβαλα τα γέλια ...

-- Εγώ ..φωτορραγώ .. κι εσύ γελάς ..!! -- είπε θυμωμένο κι έσβησε για λίγο .
-- Εντάξει ..εντάξει ..-- είπα -- πες μου πως να σε γιατρέψω ..και τέλος πάντων ..τι έγινε ; πως τραυματίστηκες ;; --
-- Είχαμε πόλεμο απόψε ..--είπε σκεπτικό
-- Τι πόλεμο ;; ..τον πόλεμο των άστρων ;;;..-- μου ξέφυγε ..και μούρθε πάλι να γελάσω
-- Όχι ..δεν είχαμε εμφύλιο απόψε..αλλά μας επιτέθηκε ένα σύννεφο ..
-- Δηλαδή ;; -- ρώτησα με αμφιβολία
-- Δηλαδή .. εκεί που ανάψαμε για τα καλά τις φωτίτσες μας ..,νάσου κι ο μάγκας ! -- Φύγετε μας λέει !--.. -- Γιατί ρε φίλε ..;;!! --του λέμε -- Φύγε εσύ !! τράβα πιο κάτω ..!! --
..-- Άααντε ρε .. φύγετε -- μας ξαναλέει ..κι άρχισε να μαυρίζει απ' το κακό του .Και κάνει και μία ..έτσι .. και μας αμολάει ...κι ένα ποτάμι νερό πάνω στις φωτιές ..!! Εεεε ..καταλαβαίνεις .. έγινε χαμός ..!Ήρθανε κι άλλα σύννεφα ..φέραν και κάτι κεραυνούς ..και μας έκαναν ..σκόνη ..--
-- Μπα ..!! κι εσείς τ' αστέρια ..είσασταν μόνα σας ;; ..δεν είχατε συμμάχους ;; -- απόρησα
-- Έχουμε τον αέρα ..μα απόψε ..έλειπε στη νησιά ..Γι αυτό και μας κουνιόντουσαν οι μάγκες ..! Βρήκε κι αυτός τη μέρα να πάει στα μελτέμια !! -- είπε με παράπονο ο τσαχπίνης
-- Εεε.. τι .. μόνον τον αέρα έχετε ..;-- τον ρώτησα απορημένη -- Ολόκληρος ουρανός ..κοπάδια τ' αστέρια ..και σας έκαναν σκόνη ..δυο σύννεφα ; ..Και το φεγγάρι ; δεν είναι με το μέρος σας ; ..--
-- Τώωρα .. κάτι μας είπες! ..Καλά λέω εγώ πως δεν το κατέχεις το πράμα ..Βρε κορίτσι μου .. το φεγγάρι ανταγωνιστής μας είναι ..! είναι ..να δεις .. πως το λέτε εσείς εδώ.. στη γη .. αα ναι ..Α. Ε. τ' ουρανού ..μονοπώλιο τόχει ..! Απλώνεται απλώνεται και τα σαρώνει όλα ..! Που .....
να φτουρίσουμε εμείς μπροστά του .. Μέχρι και με τη νύχτα τα βάζει !.. Εκεί να δεις κόντρες ! Μαζευόμαστε όλα μαζί για να παλέψουμε το φως του ..κι όλο μας εξαφανίζει το άτιμο ..! Πέφτουν κορμιά .. σου λέω ..! κι εσύ ..έχεις μεσάνυχτα ..;;!!

Βρε ..τι μάθαινα ..!! βρε κι εγώ ..που άλλα νόμιζα ..

-- Κι ο σκύλος μου ..που σε βρήκε ; που έπεσες ; είχατε κι άλλες απώλειες -- ρώτησα ντροπιασμένη ..αλλάζοντας ..τάχα κουβέντα ..
-- Στο σπίτι της Πελαγίας έπεσα ..-- μου είπε -- μα ο άντρας της ήταν μεθυσμένος και δεν καταλάβαινε τι του έλεγα ..Μου φώναζε ..μόνο ..Πελαγία ! σβήσε το φως ..Πελαγία ! σβήσε το φως ..
-- Κι ο σκύλος της Πελαγίας ..δεν σε πήρε χαμπάρι ;; -- τον κοίταξα απορημένη ..
-- Αμ... πως δεν με πήρε ! με πήρε ..μα σάλταρε ο Αίολος απ΄τα κάγκελα μέσα στην αυλή της .. και τούδειχνε τα δόντια του αγριεμένος ..--
-- Εεε ..θα τον πάω στους Ολυμπιακούς αγώνες ..αυτό το σκύλο ..αδικείται εδώ.. -- ψιθύρισα
-- Κ ι όλη την ώρα γαυγίζανε ..--συνέχισε -- και δεν μ' αφήναν να ακούσω και καλά τι μου έλεγε η γριά κουκουβάγια ...
-- Τι ..;; άνοιξες λόγια και με την κουκουβάγια τώρα ..;;Ας πάει να μαζέψει τα κουκουβαγιόπουλά της
που μούρχονται κάθε βράδυ και παίζουν κρυφτό πάνω στο κρεβάτι μου ..και με κοιτάν και με κάτι μάτια .. να .. σαν να μου λεν ..δικό μας είναι το κρεβάτι ...και συ κοιμήσου ..στο πάτωμα ..ααα μα πια -- είπα τάχα θυμωμένη.
-- Χμ ..έτσι ;; --απάντησε συμπάσχοντας κι αυτό τάχα μαζί μου -- την κατάλαβα του λόγου της , γιατί καθόταν στο κυπαρίσσι ..και ..μούκανε τη ..σοφή ! Καλά να πάθεις μου είπε ..ήθελες πόλεμο ;; ήθελες να το παίξεις γενναίος ;;πάρτα τώρα για νάχεις !! και μου φαίνεται πως με μούτζωξε κιόλας ..Αααχ ...δεν ξέρω ..μπορεί να μην είχε άδικο εντέλλει ..--- ψιθύρισε σιγανά .
-- Μάλιστααα.. Και εγώ τι πρέπει να κάνω τώρα ;; Πως θα σε γιατρέψω ; -- το ρώτησα .

Δεν μου απάντησε . Είχε εξαντληθεί. Άπλωσε το λιγοστό του φως στον καναπέ μου..και μου φάνηκε πως αποκοιμήθηκε ..Άραγε να αναπνέουν τ' αστέρια ..;
Άπλωσα το χέρι ..Αν αναπνέουν ..θα πρέπει να έχουν και σφυγμό ..κάπου θα τον εντόπιζα ..

Οι μικρές σταγόνες από φως , εξακολουθούσαν να στάζουν στο πάτωμα ..και το μικρό αστέρι , δεν μιλούσε πια ..ούτε κουνιόταν .. Φωτορραγούσε συνεχώς .. κι όσο περνούσαν τα λεπτά, γινόταν πιο αχνό
..και πιο αχνό ..ξεψυχούσε .
Ένιωθα πως θα πέθαινε ..και χωρίς να το καταλάβω ..άρχισα να βουρκώνω ..Δάκρυα ..σταγόνες απ' τα μάτια μου πάνω στο μισοσβησμένο κορμάκι... Τι να κάνω ..;; Πως να το σώσω ..;;
Ένα αστεράκι.. θα πέθαινε στο σπίτι μου ..κι είχε πολεμήσει κι όλας ..και θα χανόταν ..εδώ .. μέσα στα χέρια μου ..
Τ ο κλάμα μου έγινε αναφυλλητό ..και το δάκρυ ποτάμι.. έτρεχε πάνω στο αδύναμο πλασματάκι ..στα μαξιλάρια ..στις φωτοσταγόνες ..που είχαν πλημμυρίσει το πάτωμα ..

-- Θα το πνίξω με τα δάκρυα ..!!!!! --
σκέφτηκα τρομαγμένη ..κι έκλεισα με τα χέρια μου τα μάτια ..

Όταν τα ξανάνοιξα ..νόμιζα πως είχε ξημερώσει ..Φως παντού ..! Στο δωμάτιο ..στον καναπέ ..στα κάδρα .. στα παράθυρα ..
Το αστεράκι μου ..άστραφτε πανέμορφο.. ! λαμπερό ..! μου χάιδευε τα μαλλιά ..με την πιο φωτεινή του ακτίνα ..Είχε γιατρευτεί !!! ..Πως όμως... ;;;

--Απ τα δάκρυά σου..!!! -- μου είπε.
Με έσπρωξε απαλά προς την πόρτα . Εκείνη ..άνοιξε ..

Απίστευτο αυτό που έβλεπα ..!!!

Ο μικρός περίβολος από το Βυζαντινό εκκλησάκι της Παναγιάς ....που την είχα ..και γειτόνισσα ...ήταν γεμάτος αστέρια ..! Κοπάδια ολόκληρα παντού ..
Στα κεραμίδια .. στους φράχτες ..σκαρφαλωμένα στα κλαδιά .. στο σήμαντρο .. Παντού ..!! Όλα τραυματισμένα ..να φωτορραγούν.. και να βογκούν αβοήθητα...

--- Δυο μάτια δάκρυα .. δεν φτάνουν να γιατρέψουν ..τόσα αστέρια ..-- του είπα
--- Το ξέρω .. -- απάντησε σιγανά --Γι αυτό πρέπει να φωνάξεις κι άλλους ..---

Κι έφυγε ..

Αν ξέρετε κάποιον ..που ν' αγαπάει τ' αστέρια ..και να μην θέλει να πεθάνουν .. σας παρακαλώ .. να το φωνάξετε να με βοηθήσει ..Γιατί ..για σκεφτείτε .. αν σβήσουν εδώ ..στο εκκλησάκι της Παναγίτσας ..
δεν θα ξαναλάμψουν ..ποτέ στον ουρανό μας ...

Δώρα Πρωτόπαπα


Γλυκοπαραμυθένια-Παντελής Θαλασινός



Ποιο άρωμα να πότισε το στόμα, το φιλί σου,
και μέθυσε ο άνεμος που έφτασε μαζί σου;
Μέθυσε και η θάλασσα, η γη που σε κρατάει,
η σπίθα μες στο βλέμμα σου χίλιες φωτιές γεννάει.

Κι ανθίζω σαν τριαντάφυλλο,
όταν μιλώ για σένα,
φως απαλό του δειλινού,
γλυκοπαραμυθένια.

Ποια άνοιξη να μ' έφερε στον κήπο της καρδιάς σου,
και γίνομαι μικρό παιδί σα βρίσκομαι κοντά σου;
Χίλια τραγούδια έγραψα, για να σε ζωγραφίσω,
μα λόγια δεν υπάρχουνε, για σένα να μιλήσω...

Στίχοι: Alice Tori
Μουσική: Γιάννης Νικολάου
Πρώτη εκτέλεση: Παντελής Θαλασσινός



Ρεμπούτσικα - Αρβανιτάκη - Με την πλάτη



Με την πλάτη πέφτει τ' ουρανού η φωτιά,
μες στ' αλάτι παλάτι θερινό η αμμουδιά
Πες μου κάτι, κάτι αλλοτινό πολύ
ποιον πελάτη που δίνει στο juke - box εντολή

Έλα ασήμωσε και χόρεψε
ποιος χειμώνας τ' απαγόρεψε
δες η ανάσα μου συνόρεψε
μ' ότι αξίζει στη ζωή.

Έλα ασήμωσε κι' αγκάλιασε
ότι μέσα μου κρυστάλλιασε
πέντε νύχτες μόνο αγάλλιασε
κι' από τότε δεν μπορεί.

Με την πλάτη πέφτει τ' ουρανού το φως
Σ' άλλα κράτη θ' ανοίξει ο μουσαμάς ο γαλανός
Πες μου κάτι, απ' αλλοτινή ζωή
παρά κάτι τον μέσα μου τον κόσμο εννοεί

Έλα ασήμωσε και χόρεψε
ποιος χειμώνας τ' απαγόρεψε
δες η ανάσα μου συνόρεψε
μ' ότι αξίζει στη ζωή.

Έλα ασήμωσε κι' αγκάλιασε
ότι μέσα μου κρυστάλλιασε
πέντε νύχτες μόνο αγάλλιασε
κι' από τότε δεν μπορεί...

Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
Πρώτη εκτέλεση: Ελευθερία Αρβανιτάκη


13 Οκτωβρίου 2009

Ρίσκο

Είσαι για ένα ταξίδι στ'ανοιχτά;
Είσαι για ένα ρίσκο;
Θέλω να μου υποσχεθείς
πως δε θα πάρεις
μετεωρολογικό δελτίο.
Πως δε θα χεις μαζί σου
προμήθειες και αποσκευές.
Πως δε θα γεμίσεις
το πλεούμενο με σωσίβια.
Θα δέσουμε την άγκυρά μας
στα φτερά των γλάρων.
Και θα ορίσουμε τιμονιέρη μας
το πιο τρελό δελφίνι.
Θα σου χαρίσω
όλο το γαλάζιο του πελάγου.
Όλο το χρυσάφι του ήλιου.
Όλο το ροζ του δειλινού.
Να χεις χρώματα πολλά
να βάφεις τους πόθους και τις σκέψεις σου.
Θα γεμίσω τ'αμπάρι μας με όνειρα.
Να χεις πολλά.
Να μη φοβάσαι πως θα σου τελειώσουν.
Αν έχει λιακάδα θα απλώσουμε
τα δίχτυα της ζωής μας στην κουβέρτα
και θα μπαλώσουμε τις τρύπες
που μας άνοιξαν τα σκυλόψαρα.
Αν έχει βροχή θα βγάλουμε τη ψυχή μας
στ΄άλμπουρο να ξεπλυθεί.
Είσαι επιτέλους, για ένα ταξίδι στ ανοιχτά;
Για ένα ρίσκο;

Αλκυόνη Παπαδάκη


Γιάννης Κότσιρας - Alma libre



Έλα ξάπλωσε
αστέρια κάρφωσε η νύχτα σειρά
κλείσ 'τα μάτια κι αφήσου απλά
να σε παν' τα όνειρά σου...

Γέλα λίγο
για σένα ανοίγω ζωή κι αγκαλιά
σβήσ' τα δάκρυα κι άκου απλά
τι σου λέει η καρδιά σου...

Πέφτει τ' αστέρι μας
κάνε μια ευχή
ελεύθερη να 'ναι η ψυχή μας
κι ό,τι περάσαμε πριν στη ζωή
να' ναι η κρυφή δύναμή μας...

Μη τρομάζεις
κακό μη βάζεις ξανά στο μυαλό
Φτάνει η αγάπη μου φτάνω εγώ
κι όλα είναι δικά σου...

Πέφτει τ' αστέρι μας
κάνε μια ευχή
ελεύθερη να 'ναι η ψυχή μας
κι ό,τι περάσαμε πριν στη ζωή
να' ναι η κρυφή δύναμή μας...

Στίχοι: Ελένη Ζιώγα
Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Κότσιρας




2 Οκτωβρίου 2009

Οι αναλφάβητοι του Έρωτα

«Πίσω απ' τις βαθιές γραμμές των ρυτίδων, τα καμπουριασμένα κορμιά και το θολά βλέμματα, κρύβονται όνειρα, επιθυμίες, έρωτες. 'Oλα όσα χάθηκαν ή αφέθηκαν να χαθούν. Mα και τα νιάτα, με τα δροσερά κορμιά και τα φωτεινά χαμόγελα, θα θαμπώσουν και θα σβηστούν, γιατί όλα διαρκούν λίγο κι έπειτα δε σημαίνουν τίποτα. Mε το φόβο του πόνου και την αγωνία της ματαιότητας, πώς να κάνουμε καλύτερα όνειρα;» Σ' αυτό το πρώτο μου βιβλίο εμπνεύστηκα την Eλένη Παπαθωμά, την ηρωίδα αυτού του βιβλίου, να είναι η ενσάρκωση όλων των χαμένων ονείρων που πασχίζουν να ξαναγεννηθούν, η ελπίδα για όλα τα σφαλισμένα χείλη που θέλουν να ξαναγίνουν χαμόγελα. Θα φωνάξει πως καθετί ωραίο είναι ζωή και θ' αποδείξει πως η φθορά έρχεται όχι με το πέρασμα του χρόνου μα με το ξεπέρασμα της ζωής. Εύα Ομηρόλη

Θα χανομουνα χωρις αυτη τη ζωη ,
χωρις τη σιγουρια οτι εκεινο που ηθελα το εκανα κι αν ηθελα ,
παλι θα το ξανακανα .

Η ιδεα και εντυπωση ειναι τα μονα που μετρουν.
Η επιγνωση της κατωτεροτητας και της λειψης σου φυσης ειναι οι μονοι εφιαλτες .
Η σιγουρια φτανει για να σε κανει πιο ηρεμο ,ακομα κι αν ειναι μια σκετη ουτοπια .

Η δυναμη ειναι μια ιδεα ,ολα ειναι μια ιδεα .
Τιποτε δεν εχει την αληθινη του υποσταση και μπορει να μην υπαρχουν αληθινες υποστασεις μεσα σε ανθρωπινες ψυχες .

Το μυαλο ειναι εκεινο που φταχνει τα παντα και μονο του παλι τα χαλα.

Μεσα στο μυαλο μου εχω πια την σιγουρια
οτι μπορω να ειμαι ελευθερη μολις το θελησω.
Μεσα στο μυαλο μου εχω τη δυναμη να καλοσωρισω την καθε μονοτονη μερα.
Μεσα στο μυαλο μου βρισκω την δυναμη να ανεβω την ανηφορα χωρις να υποφερω.

Ειμαι εγω και ειμαι ζωντανη και αυτοφωνη σαν ηλιος.

Και απο τιποτα πια δεν εχω αναγκη,
αφου δοκιμαστηκα στα γραναζια της ζωης και της περιπετειας .
Αφου εμαθα τις αληθινες αξιες κι εδωσα αξια στον εαυτο μου .

Ειμαι ελευθερη και μοναδικη.

Μπορεσα,μπορεσα!
Ξυπνω πια το πρωι και φωναζω, "μπορω" γιατι το ‘χω πιστεψει πως ολα τα μπορω.
Κι ειναι αληθεια.
Ειμαι παντοδυναμη και κανεις δεν μπορει να μου κλεψει ολες τις ομορφες στιγμες που τολμησα να ζησω.

Οχι,δεν εχω ενοχες .

Η απολυτη ευτυχια κι η γνωση εκεινου που ζητας δεν σου αφηνει ποτε ενοχες.

Ενοχες σου αφηνουν ολα εκεινα που δεν εζησες, οχι γιατι δεν μπορεσες ,αλλα γιατι φοβηθηκες την δυναμη τους ,την μαγεια τους .
Ολη εκεινη την μαγεια που μια ζωη αναζητας κι οταν σου πεφτει στο κεφαλι σαν ευλογια ,την αρνεισαι χωρις ουσιαστικο λογο παρα μονο επειδη δισταζεις να πας παραπερα ,να δεις τι γινεται μεσα απο το συνορο που σ’εχουν φυλακισει .

Κι οταν περνουν τα χρονια και οι εποχες ,και τιποτα δεν μπορει να σταματησει την ανελεητη φθορα ,θυμασαι,σκεφτεσαι και σε πιανουν ολοι οι φοβοι , ολες οι απελπισιες.

Γιατι ειναι αναγκη να εισαι δυνατος.

Μονοι γεννιομαστε ,μονοι πεθαινουμε
και τιποτα δεν μας μενει περα απο τις στιγμες που ζησαμε.
Τις ομορφες .
Ολες εκεινες που ξεπερασαν για λιγο την μιζερια και την θλιψη ,ολες εκεινες που ταυτιστηκαν μαζι μας ,που ανηκουν πια μονο σε μας.

Επειδη,πανω απ’ολα,θελει τολμη η ζωη, θελει πολλα κοτσια η ευτυχια.

Κι η μοιρα δεν ειναι κατι απλο κι ουδετερο,αλλα κατι που πλαθεται οπως το θες .
Ειμαι ετοιμη να γερασω με τον αντρα που αγαπω ,αλλα ειμαι καθε φορα προετοιμασμενη να βουτηξω στις προκλησεις και τις ηδονες ,στα κυμματα της ζωης και ο,τι πηγαινει μαζι της.

Γιατι μεσα απ’ολα αυτα ενα ,καταλαβα.
Οι δυστυχιες που ερχονται παλευονται .
Οι ευτυχιες που δεν λενε να φανουν ειναι εκεινες που γινονται οι εφιαλτες μιας ζωης.

Ολες εκεινες μικρες σπιθες που μας δινονται ετοιμες ,ολοζωντανες καθε μερα και τις αφηνουμε να χαθουν σαν να μην υπηρξαν ειναι τα απωθημενα που δεν θα μας αφησουν να γερασουμε με αξιοπρεπεια.

Θεε μου,δωσ’μου τις δυστυχιες που μου αναλογουν ,αφου δεν γινεται αλλιως,αλλα βοηθησε με να αξιωθω κι ολες τις ευτυχισμενες ωρες που αιωρουνται σαν αστρα πανω απο το κεφαλι μου.

Να ζησω τον χρονο μου ,να τον ποτιστω μεχρι την πιο μικρη μου ινα,να μπορεσω να γινω ενα μαζι του.Να εχω συντροφισσες ομορφες στιγμες ,να ξερω πως εζησα,να μετανιωνω για κεινα που εκανα και να ψαχνω να βρω κι αλλα να κανω.

Οι στγμες ,οι ωρες και τ’αγγιγματα ,η αναστατωση κι οι κομποι στο στομαχι,το βαρυ στο στηθος απ’τον πανικο της ευτυχιας ,η απολαυση του κορεσμου και της σοφιας ,το κυμα μεσα στο κεφαλι μου,η τρικυμια που δεν λεει να κοπασει, ο φοβος για το υστερα,για το μετα,οι ευωδιες των χυμων και οι επιλογες.

Να η ζωη!
Να η ζωη ,φωναζω μ’οση δυναμη μου απομενει .
Μα ειναι λιγη και πολυτιμη κι εινια δικη μου ,μονο δικη μου σαν τον αερα που ανασαινω. Δεν θ’αφησω να μου την παρει μητε ανθρωπος μητε Θεος.Κι ευχομαι ολες οι αναστολες κι οι δισταγμοι μου να ξεκινουν μονο απο αγαπη .

Αγαπη για κατι αλλο πιο βαθυ,πιο ωραιο.

Γιατι,τελος,και το γηρας ειναι ωραιο και παντου μεσα του μπορεις να βρεις ολες εκεινες τις αναλαμπες που σημαινουνε ζωη.
Κι ολα ειναι ομορφα απο κοντα ,οταν τα ζεις.
Μα σε τουτο το γηρας καλο ειναι να μην μενεις μονος σου.

Κι ειναι αληθεια αυταποδεικτη, πως το μονο που μπορει παντα να σε συνοδευει , το μονο που για παντα μενει
ειναι μια ,δυο ,δεκα,εκατο -ξερω κι εγω ποσες;- ομορφες στιγμες.

Οι αναλφάβητοι του Έρωτα
Εύα Ομηρόλη
Απόσπασμα



Γιάννης Χαρούλης - Έλα πάρε με




Έλα πάρε με
μες στο βυθό σου να βρεθώ
ν'αγαπηθώ να λυτρωθώ
Έλα πάρε με
στα γαλανά σου τα νερά
δώσε στα όνειρα φτερά.

Έλα πάρε με
σ' άλλα ταξίδια μακρινά
στου δειλινού τα μενεξιά
Έλα πάρε με
δώσε μου αίμα και μιλιά
σε χρυσαφένια ακρογιαλιά.

Έλα πάρε με
εκεί που το κορμί λυγάει
εκεί που το κορμί γελάει
Έλα πάρε με
και θεϊκός μου γίνε στίχος
που τον χορεύει ο ρυθμός
κι ο ψάλτης ήχος.

Στίχοι: Μιχάλης Κουμπιός
Μουσική: Μιχάλης Νικολούδης
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Χαρούλης
Άλλες ερμηνείες: Σοφία Τσέρου


Σεισάχθεια

Είναι μια παράξενη, αλλόκοτη γυναίκα. Εισβάλλει στη ζωή του Γρηγόρη Δάρα, καταλύει τους προσωπικούς του κανόνες και κλονίζει τις επιλογές του. 'Άλλοτε τον οδηγεί σε ηδονές κι άλλοτε πάλι σε αγωνίες. Τον σπρώχνει συνέχεια σε μια ιδεατή κονίστρα να παλεύει, όχι για να καταλάβει το νόημα αλλά για να το δημιουργήσει. Στην αρχαία Αθήνα ήταν ο νόμος του Σόλωνα που απελευθέρωσε όσους είχαν υποδουλωθεί λόγω χρεών. Στη ζωή και στον έρωτα, είναι ο νόμος της δύναμης που ελευθερώνει όσους έχουν υποδουλωθεί στο φόβο: δεν υπάρχουν κανόνες και, αν υπάρχει αλήθεια, το σημαντικό δεν είναι να την ανακαλύψεις, αλλά να απελευθερωθείς απ' αυτή.
Μπορώ απλώς να υπάρχω, χωρίς να σκέφτομαι, και να ελπίζω πως θα ξεχάσω και θα σωθώ.
Κάποτε κουράστηκα να εμβαθύνω και να φιλοσοφώ. Η νεανική μου διάθεση ν' αλλάξω τον κόσμο γερνούσε πολύ γρήγορα. Σιγά σιγά την εγκατέλειπα και διατηρούσα μόνο μια ψευδαίσθηση πως εγώ δεν αποτελούσα μέλος εκείνου του συνόλου, μου άρεσε ακόμη να φαντάζομαι πως είμαι διαφορετικός.

Δεν είναι που εμείς είμαστε σκλάβοι, είναι που οι επιθυμίες μας δεν είναι ελεύθερες.

Εγώ αναζητώ τη δύναμη να τα δέχομαι όλα σαν μέρος της ύπαρξης χωρίς να πρέπει να τα κρίνω. Δε θέλω ν' αναζητώ την καλή πλευρά, θέλω να μάθω ν' αποδέχομαι και την κακή.

Ο φόβος είναι το πιο μεγάλο ψέμα.

Ο έρωτας, όταν χάνεται, πονάει, αλλά σε οδηγεί από μόνος του στην κάθαρση.

Δεν μπορείς να ξέρεις αν σου λείπει κάτι χωρίς πρώτα να το γνωρίσεις.

Είναι πιο σημαντικό να πραγματοποιείς τα όνειρά σου παρά να νιώθεις ένοχος για τα απραγματοποίητα όνειρα των άλλων.

Όσο περισσότερους κανόνες εξοντώνει στη ζωή του ένας άνθρωπος, τόσο πιο κοντά έρχεται στο νόημα της ζωής.

Η ζωή είναι πάντα πιο μεγάλη από τις αποφάσεις.

Ποιος τις χρειάζεται τις λέξεις; Ολομόναχες και θλιβερές, τις πιο πολλές φορές δεν ξέρουν τι εκπροσωπούν.

Η πιο μεγάλη φυλακή είναι τα κεκτημένα.

Αν είναι να αναλωθείς, καταναλώσου για το άγνωστο που έχει πιότερες ελπίδες απ' το πεπραγμένο.

Σεισάχθεια
Εύα Ομηρόλη
Απόσπασμα



Τσοπάνα Rave - Θα μείνω όπως είμαι



Θα μείνω όπως είμαι.
Θα συμφωνώ σε όλα και θα μ'αρέσουν όλα,
δε θα'χω αντιρήσεις. Θα μείνω όπως είμαι.

Θα μείνω όπως είμαι.
Θα κάνω τη ζωή μου, θα δένομαι με καθετί,
μα οι άλλοι θα μ'αφήνουν, να μείνω όπως είμαι;

Θα μείνω όπως είμαι δεν αλλάζω.
Μα δεν μπορώ να σκέφτομαι μόνο να καταστρέφομαι,
δεν ξέρω αν σε τρομάζω.. .Αν μείνω όπως είμαι

Θα μείνω όπως είμαι δεν θα ψάξω.
Για κάτι που με πείραξε, αν πρέπει να εκδικηθώ
ή αν πρέπει να λουφάξω. Θα μείνω όπως είμαι.

Είναι τα όνειρα του δρόμου πάντα ίδια
γι'αυτό μ'αρέσουν τα μεγάλα ταξίδια.
Είναι δικός μου ο δρόμος που'χω πάρει
ή ξένα όνειρα στο δικό μου κεφάλι;

Θα γίνω όπως θέλεις δεν πειράζει.
Μα θα κοιτάω σαν χαζός για να περνάει ο καιρός,
να συνηθίσω να γυρνάω σαν γρανάζι

Θα γίνω όπως θέλεις δεν με νοιάζει.
Μα πρέπει να προφυλακτώ δεν πρέπει να ονειρευτώ,
αρα θ'αντέξω πριν με φάει το μαράζι; Θα γίνω όπως θέλεις δεν πειράζει.

Αν γίνω όπως θέλεις θα σε νοιάζει.
Γιατί θα χάσεις το καλό που σε κρατάει ζωντανό,
αυτό που κάνει την καρδιά μου να φωνάζει.Γι'αυτό σου λέω ας'το δεν πειράζει.

Θα μείνω όπως είμαι δεν αλλάζω.
Αυτά που ονειρεύομαι, μ'αυτά που ονειρεύεσαι,
θα είναι η ζωή που σχεδιάζω. Αυτή 'ναι η ζωή που σχεδιάζω.

Είναι τα όνειρα του δρόμου πάντα ίδια
γι'αυτό μ'αρέσουν τα μεγάλα ταξίδια.
Είναι δικός μου ο δρόμος που'χω πάρει
ή ξένα όνειρα στο δικό μου κεφάλι;

Στίχοι: Tsopana Rave
Μουσική: Tsopana Rave
Πρώτη εκτέλεση: Tsopana Rave