27 Σεπτεμβρίου 2009

Στον ίσκιο των πουλιών

Είναι κάτι νύχτες, που τ αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου.
Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες.
Και τα ξερά κλαδιά.
Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου.
Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα,
να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη,
ούτ' ένα λουλουδάκι. Ούτ΄ ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει.
Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της.
"Αυτά! Πού είχαμε μείνει;"
Σου λέει μ όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα.
Είν αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν.
Είν αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που
έχουν τα μάτια της μοναξιάς.
Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.

Μια άνοιξη σκληρή, ανελέητη, που έστηνε καρτέρι στα χελιδόνια και τα παγίδευε, για να κάνουν τραγούδι τα όνειρά της.
Αν έπεφταν, λέει, μόνο τα χελιδόνια στην παγίδα της άνοιξης...
Αν γινόταν, λέει, όλα τα όνειρα τραγούδι... Αν... Αλλά που...

-Ό,τι πεις. Πίστευε και μη ερεύνα. Τζιζζ η έρευνα, κουμπάρεεε!... Μόνο τα δικά μου ξέρετε ν' αναμασάτε. Και σας διαφεύγει πως η καρδιές είναι ελεύθερες, σαν τις πεταλούδες. Μπορούνε να πετούνε σ' όλα τα άνθη. Ακόμα και σ' αυτά που κρύβει το σποράκι τους δηλητήριο.

Μήπως θέλει πολύ η ψυχή για ν' ανθίσει; Μήπως θέλει πολύ για να σαλπάρει στ' όνειρο; Ένα ελαφρό αεράκι κι έφυγε..
Λένε πως ο κατήφορος έχει μόνο αρχή. Λένε πως όταν φτάσεις ως την άκρη του γκρεμού και δώσεις τη βουτιά, φταίει το κεφάλι σου που δεν σε κράτησε. Και στο τέλος, αν κάποιος άλλος σου κατάφερε την τελική σπρωξιά, δικός σου καλεσμένος ήταν. Παρεάκι σου.
Μόνο που όποιοι τα κηρύττουν όλ' αυτά, δεν είδαν ποτέ τη θέα από την τελευταία πέτρα του γκρεμού. Βαδίζουν πάντα επί του ασφαλούς. Και το κακό μ' αυτούς είναι πως συνήθως έχουν δίκιο. Διαθέτουν ατσάλινα επιχειρήματα. Στο τέλος, σου γανώνουν το μυαλό.
Όμως... Αν έφτασες ως εκεί... Λέμε αν... Αν έφτασες ως εκεί γιατί βιαζόσουνα να μάθεις, τι γίνεται πιο κάτω; Αν είχες πάρει φόρα, γιατί φοβόσουνα μη στήσεις την αγάπη; Αν στο ίσιωμα, που γνώρισες τα κολλητάρια σου, σου χάρισαν το ρούχο της άνοιξης και σε ξελόγιασαν; Κι εσύ πάλι... Ήταν ανάγκη να το φορέσεις κατάσαρκα και να πετάξεις, σαν ηλίθιος, τη στολή παραλλαγής που σου 'ραψε η μάνα σου;
Λέμε κι εμείς... Διάφορα. Μόνο οι άλλοι θα λένε; Σίγουρα πάντως, την ώρα της πτώσης, έβγαλες μια δυνατή φωνή: "Αγάπη!" κραύγασες. "Αγάπη!" . Οι πάντες ορκίζονται πως δε σ' άκουσαν. Τι φταις εσύ , αν δεν βρέθηκε κάποιος να σου έχει πει πως κι η αγάπη, όταν γίνεται κραυγή, τρομάζει...
Η αγάπη είναι στο κουκούτσι. Κι εσύ βρίσκεσαι στη φλούδα.
Η αγάπη είναι στο κουκούτσι. Η φλούδα είναι πόρνη.
Είναι η οργή η άτιμη... Η πατικωμένη οργή που όταν βρει μέρος αχαμνό κι αρχίσει να πετιέται, αν δεν τα κάνει όλα λίμπα, δε χορταίνει. Κι άντε να βρεις μετά κουράγιο να μαζεύεις τα γυαλιά. Άντε να βρεις καρδιά για το συγύρισμα. Και τι συγύρισμα να κάμεις μ' αυτά που απόμειναν; Που να βάλεις τα ρημάδια τα λουλούδια , που στέκεις σαν ηλίθιος και κρατάς; Αφού το 'καμες θρύψαλα το ανθόγυαλο...
"Θα μ'αγαπάς πάντα, Βαγγελίτσα;" Αχ, αυτό το "πάντα" στα χείλη των ανθρώπων! Τ' ακούν οι Αγγέλοι και παίζουν φυσαρμόνικα. Κι ύστερα, μόλις τελειώσει το τραγούδι, τρέχουν και κρύβονται, μην τους μαλώσει ο Θεός.
Λες και σε προειδοποιεί ποτέ το κακό. Λες και σου κάνει νόημα η κακιά ώρα. Σιγά μη σου φωνάζει: "Έι, ψιτ! Ψιτ! Κοίτααα! Σου 'ρχομαι..." Έτσι είναι αυτά τα χτυπήματα. Γίνονται πισώπλατα. Την ώρα που είσαι ανοχύρωτος. Την ώρα που έχεις χαλαρώσει κι απολαμβάνεις το άρωμα της βροχής. Έτσι είναι... Την άνοιξη μπορεί να τη σκοτώσει ξαφνικά, μπροστά στα μάτια σου, ένα χελιδόνι. Κάποιο το ξέρουνε αυτό, πολύ καλά.
Είν' αυτές οι άσχετες σκέψεις που βάζει μπροστά σου σαν ανάχωμα το μυαλό, για να σε κρατά λίγο πιο πέρα από την κραυγή.
Πάντα φεύγω. Φεύγω, φεύγω, και πάντα φτάνω εκεί ακριβώς απ' όπου έχω φύγει... Μια ατέρμονη, αδιέξοδη φυγή. Σαν λιποταξία. Μακάρι να μπορούσα να φύγω κάποτε να φύγω από τη φυγή μου. Μα μου φαίνεται πως είναι αργά πια. Σουρούπωσε...
Που να καταλάβει ο "κερατάκης" πως η εθελοτυφλία είναι το έσχατο μονοπάτι για να περάσεις ξυστά από το σκατόλακκο... Έτσι και κάνεις πως ανοίγεις τα ματάκια σου για ν' αντικρίσεις το τοπίο, πάει... Καταποντίστηκες!
- Δε γίνομαι άδικη. Μα θέλει κι η πίκρα το τοιχάκι της. Αν την αφήσεις να πάρει δρόμο, δεν έχει μαζεμό μετά.
Το ποτάμι κυλούσε πάντα πάνω στα νερόκρινα. Και τ' αηδόνια έβγαιναν τις νύχτες από τις φυλλωσιές των δέντρων κι έστηναν καρτέρι στα όνειρα...
"Νύχτα κι αυτή..." είπε σιγανά ένα μικρό φιδάκι στη μάνα του. "Σσσσσ!" τ' απάντησε εκείνη φοβισμένη. "Μη μιλάς". Και του 'δειξε με το κεφάλι της τον έρωτα. "Σσσσ! Φύγε! Δε βλέπεις το φονιά, που ήρθε να πιει νερό;"


Αυτό το βιβλίο το διάβασα το καλοκαίρι του 2009 και όπως η ίδια γράφει , είναι αφιερωμένο : Στους φίλους που χαθήκαμε στις στροφές της ζωής, με αβάσταχτη νοσταλγία..

Στον ίσκιο των πουλιών
Αλκυόνη Παπαδάκη
Απόσπασμα

Τάνια Τσανακλίδου - Πάρτε με σύννεφα



Πέταγαν πάνω απ' τις κορφές
πέρναγαν κι άλλαζαν μορφές
εκεί, τους κυνηγούσαν τις σκιές
κι έμπαιναν μέσα στις βροχές

Πάρτε με σύννεφα μαζί,
Άρματα του Αιθέρα, μία ζωή μια μέρα,
πάρτε με σύννεφα μαζί,
πάρτε με σύννεφα....

Καράβια με κρυφή αποστολή
τις νύχτες φεύγουν στη σιωπή...
Πάρτε με σύννεφα μαζί,
Άρματα του Αιθέρα, μία ζωή μια μέρα,
πάρτε με σύννεφα μαζί,
πάρτε με σύννεφα....

Στίχοι: Νίκος Ζούδιαρης
Μουσική: Νίκος Ζούδιαρης
Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου



Δεν υπάρχουν σχόλια: