21 Δεκεμβρίου 2009

Το παραμύθι του κυρ-Σταύρου



Κάθε πρωί χειμώνα – καλοκαίρι, πολύ πριν ακόμη να φέξει, ο κυρ-Σταύρος έμπαινε στο μικρό βαρκάκι του, την «κυρά Μάρω» (από το όνομα της μακαρίτισσας της γυναίκας του) κι ανοιγόταν βαθιά στο πέλαγος για να απλώσει τα δίχτυα του. Και την αγαπούσε πολύ τη θάλασσα ο κυρ-Σταύρος, πιο πολύ κι από την ίδια του τη ζωή. «Είναι η μάνα όλων μας», του άρεσε να λέει, όταν έπιανε κουβεντούλα με κάνα ξένο στο μικρό καφενεδάκι του χωριού. Είχε πατήσει πλέον τα εβδομήντα, και ο χρόνος, ο ήλιος κι η θάλασσα είχαν αφήσει τα σημάδια τους στο πρόσωπο και στο κορμί του. Τα πυκνά μαλλιά του, που ήταν κάποτε πιο μαύρα κι από την πίσσα που άλειφε τη βάρκα του, είχαν γίνει κάτασπρα σαν τα θαλασσοδαρμένα βράχια της ακτής. Και το λυγερό κορμί του είχε γείρει σαν κυπαρίσσι που το δέρνει χρόνια ο άνεμος. Το μελαμψό δέρμα του είχε σμιλευτεί από την αρμύρα και τις κακουχίες και ήταν ποτισμένο από τη μυρωδιά της θάλασσας και των ψαριών.

Παρόλα αυτά, ο κυρ-Σταύρος δεν έλεγε να σταματήσει τα μικρά του ταξίδια. «Άμα σταματήσω να ψαρεύω, θα σταματήσω και να ζω», έλεγε στο γιο του κάθε φορά που προσπαθούσε να τον πείσει να φύγει από το χωριό και να πάει να ζήσει ήσυχα μαζί με αυτόν και την οικογένειά του στην πόλη. «Και τι δουλειά έχω εγώ στην πόλη;», συνέχιζε, «εκεί μωρέ τα ψάρια τα βάζουνε για στολίδια στα σαλόνια τους».



Δυστυχώς όμως, όσο περνούσε ο καιρός, η θάλασσα όλο και λιγότερο του έδειχνε την αγάπη της. Τα ψάρια στα δίχτυα του όλο και λιγόστευαν και υπήρχαν μέρες που ο κυρ-Σταύρος γυρνούσε σπίτι με αδειανά τα χέρια. Και ήταν πολύ περήφανος για να ζητήσει βοήθεια από το γιο του για να τα βγάλει πέρα. Πήγαινε στη μικρή του παράγκα, που ήταν χτισμένη σχεδόν εκεί που σκάει το κύμα - «για να μπορούν να μπαίνουν μέσα τα πνέματα της θάλασσας και να ΄χω παρέα τα βράδια», όπως έλεγε - άναβε το τσιμπούκι του και τραγουδούσε με τις ώρες για να ξεγελάσει την πείνα του και να ξεχάσει τη στενοχώρια του.

Και τραγουδούσε για γοργόνες και κρυμμένους θησαυρούς, για βυθισμένα πειρατικά καράβια και μυστικές σπηλιές, για τρανές θαλασσομαχίες και για μεγάλα ταξίδια δίχως γυρισμό. Μα πιο πολύ του άρεσε να λέει ένα τραγούδι που το είχε πρωτοτραγούδησει 18 χρονο παλικάρι, κάτω από το παραθύρι της μακαρίτισσας της γυναίκας του, λίγο πριν την κλέψει :



«Νεράιδα είσαι μάτια μου και το γιαλό ορίζεις,
θέλεις μου παίρνεις την καρδιά, θέλεις μου τη χαρίζεις.

Κοράλλια είναι τα χείλη σου, κύματα τα μαλλιά σου,
κι η θάλασσα ολόκληρη είναι η αγκαλιά σου.

Στην άμμο που καθόμουνα ήταν δικό μου κρίμα,
και τ΄ όνομα σου έγραφα και το ΄σβηνε το κύμα.

Ένα καράβι αρμάτωσα να ΄ρθω να σε γυρέψω,
κι αν δε με θες, νεράιδα μου, μια νύχτα θα σε κλέψω.

Νεράιδα είσαι μάτια μου …»

Και πριν να τελειώσει το τραγούδι του αποκοιμιόταν νηστικός. Και τ΄ άλλο πρωί ανοιγόταν και πάλι στο πέλαγος, με την ελπίδα ότι η θάλασσα, η αγαπημένη του θάλασσα, θα ΄ταν την επόμενη φορά πιο καλή μαζί του.

Τι έφταιγε για τούτη τη συμπεριφορά της θάλασσας δε μπορούσε να το καταλάβει. Κι όσο να μαζέψει τα δίχτυα του σκεφτότανε: «Μπορεί να φταίει που γέρασα κι ασκήμεψα και δε της αρέσω πια. Ίσως να φυλάει τα ψάρια της και να τα δίνει σ΄ έμορφα παλικάρια π΄ ολημερίς της γλυκοτραγουδούν και την κανακεύουν. Εξάλλου, εμένα το μερτικό μου, μου το ΄χει δώσει τόσα χρόνια και με το παραπάνω.»

Που ν΄ ακούσει ο κυρ-Σταύρος για υπεραλίευση και λαθροθηρία, για μόλυνση του περιβάλλοντος και εξαφάνιση των ειδών, αφού γράμματα δεν ήξερε – «Που καιρός για σκολειό και γράμματα, από 5 χρονώ στη θάλασσα μέσα. Με ξεμυάλισε από μωρό παιδί κι έμεινα κοντά της για πάντα», έλεγε – και νέα από τον υπόλοιπο κόσμο είχε πάψει ν΄ ακούει γιατί έλεγε πως «μόνο για δυστυχία και πολέμους μιλάνε. Δε θέλω πια ν΄ ακούω κακά μαντάτα. Άμα θέλω στενοχώριες έχω τις δικές μου.»



Κι έτσι, μέσα στο απλό μυαλό του έφτιαξε έναν καινούριο εχθρό που του ΄φταιγε για τις κακές ψαριές του. Οπότε, όταν κάποιες φορές μάζευε τρύπια τα δίχτυα του ή τα ψάρια μέσα τους ήταν μισοφαγωμένα, έλεγε «πάλι μωρέ με χτύπησε ο Δαίμονας». Ο «Δαίμονας» ήταν ένα δελφίνι μεγάλο ίσαμε το βαρκάκι του, ίσως και μεγαλύτερο. Και το μισούσε ο κυρ-Σταύρος ετούτο το πλάσμα. Όσο πολύ αγαπούσε τη θάλασσα, τόσο πολύ το μισούσε. «Πάλι μου πήρε τη μπουκιά από το στόμα το καταραμένο», έλεγε μέσα από τα δόντια του όποτε έβρισκε τρύπια τα δίχτυα του. Αχ, πόσο ήθελε να το ξεκάμει. Έτσι και ξεπρόβαλε κοντά στη βάρκα του προσπαθούσε να το χτυπήσει με το κουπί. Κάποιες φορές μάλιστα είχε καταφέρει να του δώσει μερικά δυνατά χτυπήματα.




Τα σημάδια τούτων των αναμετρήσεων είχαν μείνει πάνω στο κορμί τού δελφινιού και με τα χρόνια γινόταν όλο και περισσότερα. Όμως, πάντα κατάφερνε και ξεγλιστρούσε κι ανοιγόταν στο πέλαγο πηδώντας «κοροϊδευτικά», όπως πίστευε ο κυρ-Σταύρος, ψηλά πάνω από τα κύματα. «Την επόμενη φορά δε θα μου γλυτώσεις», υποσχόταν ο κυρ-Σταύρος, καθόταν στα κουπιά και κωπηλατούσε αργά, αποκαμωμένος από τη μάταιη μάχη του, πίσω στο μικρό του αραξοβόλι. Κι έτσι περνούσε ο καιρός.

Τα καλοκαίρια, μερικά Σαββατοκύριακα, ερχόταν στο χωριό ο γιος του κυρ-Σταύρου με τη γυναίκα του και το δικό του το γιο. Το λάτρευε τούτο το παιδί, ο κυρ-Σταύρος. Ο γιος του ήθελε να το βαφτίσουν Σταύρο σαν κι αυτόν, αλλά ο κυρ-Σταύρος το ΄χε τάξει στον Αϊ-Νικόλα σε μια μεγάλη φουρτούνα, πως έτσι και γλύτωνε, το πρώτο του εγγόνι θα το ΄βγαζε Νικόλα. Κι έτσι γίνηκε.

Ένα καλοκαίρι, που ο μικρός Νικόλας ήταν δεν ήταν τριών χρονών και ο πατέρας του έλειπε στην πόλη για δουλειές, ο κυρ-Σταύρος αποφάσισε να πάρει το εγγόνι του για να του δείξει το βασίλειό του, τη θάλασσα. Στην αρχή, η μάνα του μικρού είχε αντιρρήσεις γιατί φοβόταν μη συμβεί κανένα κακό, αλλά τελικά ο κυρ-Σταύρος, που παρόλο το άγριο παραστατικό του ήταν γλυκομίλητος σαν ποιητής κι είχε τον τρόπο του με τις γυναίκες, την κατάφερε. «Να προσέχετε», τους ορμήνεψε η μάνα κι έκαμε το σταυρό της καθώς έβλεπε την «κυρά Μάρω» να χάνεται στον ορίζοντα.



Ο κυρ-Σταύρος ένιωθε σαν άρχοντας ολάκερου του κόσμου. Με το ΄να χέρι κρατούσε σφιχτά το Νικόλα στην αγκαλιά του και με τ΄ άλλο του ΄δειχνε τη θάλασσα και του ΄λεγε: «Βλέπεις Νικόλα τούτο το απέραντο γαλάζιο χωράφι; Αυτή είναι η κληρονομιά που σου αφήνω. Όλο δικό σου. Αυτό κι όλοι οι θησαυροί που κρύβει μέσα του». Κι άρχισε να του μιλάει για όλων των λογιών τα ψάρια και πώς να τα ψαρεύει, για το πώς βουτούν για σφουγγάρια στην Κάλυμνο, για τα όστρακα που κρύβουν πολύτιμα μαργαριτάρια μα που μπορούν να σε παγιδεύσουν μέσα τους για πάντα αν δε προσέξεις. Και μετά του μίλησε και για το Δαίμονα και πώς του κλέβει τα ψάρια. Κι έλεγε, κι έλεγε, και τελειωμό δεν είχε κι όλο ο μικρός Νικόλας του χαμογελούσε. Κι όσο χαμογελούσε ο Νικόλας η καρδιά του κυρ-Σταύρου κόντευε να σπάσει από χαρά.

Μα η ώρα περνούσε κι ο κυρ-Σταύρος ήταν τόσο απορροφημένος με τις ιστορίες του, που δεν είδε το μπουρίνι που ετοιμαζόταν να ξεσπάσει. Ξαφνικά, ο καταγάλανος ουρανός γέμισε μαβιά σύννεφα κι θάλασσα έγινε μαύρη κι άγρια. Μια αστραπή έσκισε τον ουρανό στα δυο κι η βάρκα σείστηκε από τη βροντή. Ο μικρός Νικόλας έβαλε τα κλάματα. Μόνο τότε ο κυρ-Σταύρος κατάλαβε τι γινόταν και σα να ξύπνησε απότομα από όνειρο πετάχτηκε πάνω και φώναξε: «Παναγιά μου κι Άγιε Νικόλα, βάλτε το χέρι σας» και σταυροκοπήθηκε. Ευθύς, ακούμπησε το Νικόλα απαλά πάνω στην κουπαστή κι έπιασε και με τα δυο του χέρια τα κουπιά.



Η θάλασσα φούσκωνε όλο και περισσότερο και τα κύματα έπαιζαν με το μικρό βαρκάκι σα να ΄ταν καρυδότσουφλο. Και ξαφνικά έγινε το κακό! Ένα πελώριο κύμα αγκάλιασε τη βάρκα, άρπαξε το Νικόλα και τον πήρε μαζί του στα βάθη της θάλασσας. Ο κυρ-Σταύρος παράτησε τα κουπιά, έσκισε στα δυο τη φθαρμένη φανέλα του και ρίχτηκε στα αγριεμένα νερά για να σώσει το μωρό. Βούτηξε, ξαναβούτηξε αλλά μάταια. Η θάλασσα το είχε κρύψει για τα καλά στην απέραντη αγκαλιά της. Ο κυρ-Σταύρος συνέχισε μολαταύτα να βουτάει μέχρι που δεν είχε άλλη αναπνοή και λιποθύμησε.

Έφτασε το βράδυ κι ο γιος του κυρ-Σταύρου γύρισε από την πόλη. Η γυναίκα του κόντευε να τρελαθεί από την αγωνία. «Μην ανησυχείς», προσπάθησε να την καθησυχάσει, «ο πατέρας ξέρει καλά τη θάλασσα και τα χούγια της. Κάπου θα έχει βρει καταφύγιο μέχρι να περάσει η καταιγίδα και να δεις που πριν χαράξει θα δούμε την «κυρά Μάρω» ν΄ αράζει μπροστά στην καλύβα του πατέρα.»



Έφτασε όμως το πρωί κι αντί για τη βάρκα, οι χωριανοί βρήκαν τον κυρ-Σταύρο αναίσθητο στην ακροθαλασσιά. Μόλις τον συνέφεραν, με τη λιγοστή δύναμη που του είχε απομείνει τους διηγήθηκε τι έγινε. Όταν το άκουσε η μάνα του Νικόλα λιποθύμησε. Όσοι στο χωριό είχαν βάρκα ξεχύθηκαν στη θάλασσα μπας και βρουν το παιδί. Ειδοποίησαν την ακτοφυλακή και το λιμενικό. Το είπαν και στις ειδήσεις.

Τρία μερόνυχτα έψαχναν το Νικόλα, αλλά μάταια. Η μάνα του έκλαιγε ασταμάτητα και με αναφιλητά παρακαλούσε μια την Παναγιά και μια τη θάλασσα να της δώσουν πίσω το μοναχοπαίδι της. Κι ο γερό-Σταύρος ξαπλωμένος στο χορταρένιο στρώμα του μέσα στην καλύβα αρνιόταν να φάει και να κοιμηθεί προσπαθώντας να τιμωρήσει τον εαυτό του γιατί «όλα ήταν δικό του φταίξιμο», σύμφωνα με τα λεγόμενά του.



Και την τέταρτη μέρα, πριν καλά-καλά να φέξει, ο κυρ-Σταύρος το αποφάσισε. Μάζεψε τις λιγοστές δυνάμεις που του ΄χαν απομείνει, μπήκε στην «κυρά Μάρω» και ξανοίχτηκε στο πέλαγο. «Θα βρω το Νικόλα ή θ΄ αφήσω την τελευταία μου πνοή στη θάλασσα ψάχνοντας. Πάντως πίσω δε γυρίζω». Ετούτη η σκέψη τριγύριζε συνέχεια στο μυαλό του. Και ξάφνου, η θάλασσα που ΄ταν γαλήνια σαν μια απέραντη λίμνη, αναρίγησε, άφρισε, σκίστηκε στα δυο κι από μέσα της ξεπρόβαλε το δελφίνι, ο Δαίμονας. Ο κυρ-Σταύρος δίχως να σκεφτεί καθόλου άρπαξε το ένα κουπί με χέρια που έτρεμαν από την αδυναμία, το σήκωσε ψηλά στον αέρα και φώναξε: «Μέσα στη δυστυχία μου εσύ μόνο μου έλειπες, καταραμένε. Τώρα δε μου τη γλυτώνεις!»

Όμως, καθώς πήγε να κατεβάσει το κουπί με ορμή, πάγωσε. Ένα παιδικό γέλιο ακουγόταν μέσα από το στόμα του δελφινιού. Ο γέρος πέταξε το κουπί μέσα στη βάρκα κι ο Δαίμονας πλησίασε γλιστρώντας σαν αερικό μέσα στα διάφανα νερά. Άνοιξε το πελώριο στόμα του και μέσα ήταν ξαπλωμένος ο μικρός Νικόλας. Είχε για στρώμα τη γλώσσα του δελφινιού κι έμοιαζε σαν το μικρό Χριστό μέσα στη φάτνη. Τα μάγουλα του ήταν πιο ροδαλά από ποτέ και χαμογελούσε. Ο κυρ-Σταύρος έσκυψε με προσοχή, άπλωσε τα χέρια του και πήρε το Νικόλα στην αγκαλιά του.



«Σ΄ ευχαριστώ, σ΄ ευχαριστώ πολύ», ψέλλισε στο δελφίνι καθώς μεγάλα δάκρυα κυλούσαν από τα κουρασμένα μάτια του. «Κι εγώ που σε έλεγα Δαίμονα. Εγώ ήμουν ο Δαίμονας που ΄θελα να σε σκοτώσω, ενώ εσύ μου ΄δωσες πίσω τη δική μου τη ζωή και τη ζωή του Νικόλα. Εσύ ‘σαι ένας άγγελος. Εγώ, εγώ είμαι ο Δαίμονας. Σ΄ ευχαριστώ».

Το δελφίνι, σαν απάντηση ίσως στο γέρο, άφησε μια δυνατή διαπεραστική κραυγή – κάτι ίσως σαν «παρακαλώ» ή σαν «αντίο» – πήδηξε ψηλά στον αέρα πάνω από τη βάρκα του κυρ-Σταύρου, βούτηξε στα γαλανά νερά και χάθηκε. «Στο καλό, άγγελε μου, στο καλό…», συνέχισε ο κυρ-Σταύρος.



Το μονόλογο του γέρου διέκοψε η κόρνα από το ταχύπλοο του Λιμενικού. Μέσα του ήταν ο γιος του που είχε δει τη βάρκα του πατέρα του να ξεμακραίνει κι ερχόταν να τον πάρει πίσω στο χωριό. Μόλις όμως πλησίασε και είδε το Νικόλα στην αγκαλιά του κυρ-Σταύρου δε μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του.

Πατέρας, γιος και εγγονός επέστρεψαν σφιχταγγαλιασμένοι στην ακτή. Εκεί τους περίμενε η μάνα του Νικόλα μαζί με όλο το υπόλοιπο χωριό που είχε μάθει την αλλόκοτη τούτη ιστορία από τον ασύρματο του Λιμενικού, πολύ πριν εκείνοι φθάσουν.

Και λίγο πριν να πατήσουν το πόδι τους στη στεριά, ο κυρ-Σταύρος έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί του εγγονού του: «Ένα πράμα να θυμάσαι σ΄ όλη σου τη ζωή Νικόλα κι αυτό το μάθαμε σήμερα μαζί: Η θάλασσα μόνο αγγέλους και θάματα κρύβει κι όχι δαίμονες. Ο μόνος δαίμονας στη θάλασσα είναι ο άνθρωπος, ο άνθρωπος Νικόλα, ο άνθρωπος».



Σωκράτης Μάλαμας - Νεράιδα

video

Εγώ πατώ στον ουρανό
Βαδίζω στον ωκεανό
Πάνω στο κύμα περπατώ
εσένα σαν κοιτώ...

Είσαι νεράιδα της αυγής
η πιο όμορφη όλης της γης
μ' ένα χαμόγελο μπορείς
τα θαύματα να πεις...

Εγώ φουντώνω στο χιονιά
Βγάζω φωτιές στην παγωνιά
Άνοιξη έχει η καρδιά
εσένα σαν κοιτά...

Είσαι νεράιδα της αυγής
η πιο όμορφη όλης της γης
μ' ένα χαμόγελο μπορείς
τα θαύματα να πεις...

Νυχτερινό-Σωκράτης Μάλαμας

video

Την πέτρα ρώτησα να πει τι ξέρει και αντέχει
Κι εκείνη μου πε τη σιωπή για μυστικό της έχει
Το αστέρι ρώτησα μετά τι έχει μάθει ως τώρα
Τα χίλια χρόνια μ’ απαντά περνάνε σε μιαν ώρα...

Και πάνω ο ήλιος μια πηγή μια κόκκινη κηλίδα
Λάβα το φως αιμορραγεί να κάψει ότι είδα...

Το χώμα ρώτησα ξανά παλιά αν ήταν σώμα
Και μου πε τα ψηλά βουνά και αυτά θα γίνουν χώμα
Κι ύστερα εσένανε ρωτώ το νόημα του κόσμου
Και λες το χέρι σου κρατώ και εσύ είσαι δικός μου...

Και πάνω ο ήλιος μια πηγή μια χρυσαφένια βρύση
Νερό το φως του να πνιγεί όποιος θέλει να ζήσει...


Δεν υπάρχουν σχόλια: