31 Δεκεμβρίου 2009

Τρέξε Λόλα τρέξε…



Κάθε φορά που με πιάνει άγχος για το αν θα προλάβω να πραγματοποιήσω τα σχέδια μου διαβάζω λίγο Λειβαδίτη και παίρνω την απάντηση μου.

Μια νύχτα του καλοκαιριού , παιδί ακόμα, βγήκα απ'το σπίτι και ξάπλωσα στον κήπο κι όπως κοίταξα τον ουρανό, Θεέ μου , τι απεραντοσύνη, πόσα άστρα, μ'επιασε πανικός.
Από τότε ξέρω πως δε θα προφτάσω.

Τάσος Λειβαδίτης , Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου



ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ Τάσος Λειβαδίτης

Πιστεύω στα χαλασμένα ρολόγια γιατί μπορώ να τα φτύνω άφοβα
Πιστεύω στις πέντε ηπείρους για τα ωραία χρώματά τους πάνω στο χάρτη
Πιστεύω στις άδειες κάμαρες που ξεκλειδώνοντας βρίσκεις καμιά φορά τον εαυτό σου
Πιστεύω στους τρελούς την ώρα που προσεύχονται και στις μηλιές το βράδυ που συλλογιούνται
Πιστεύω στα μικρά φτωχά ενθύμια της μητέρας μου και στην άσπιλη σύλληψη της Παρθένου
Πιστεύω στη φωνή του ομπρελά που είναι μια ολόκληρη χαμένη νεότητα
Πιστεύω στα ωραία πουλιά που πετάγονται μέσ' απ' τα πιο πικρά βιβλία
Πιστεύω στο φίλο που συναντάς άξαφνα μέσα σ' ένα παραμύθι
Πιστεύω στο απίστευτο που είναι η πιο αληθινή μας ιστορία
Πιστεύω στο φεγγάρι, όταν πέφτει στο πηγάδι, για να μη φαίνεται, καθώς σκύβει να το δει, η πλάτη του ραχιτικού παιδιού
Πιστεύω στα σκυλιά που όταν γαβγίζουν σηκώνουν το κεφάλι, σαν κάποιον να κοιτάζουν που περνάει πιο ψηλά...


Maybeshewill_ Co-Conspirators



Maybeshewill - Not For Want Of Trying (Live)
 

Everybody knows things are bad. Everybody's out of work or scared of losing their job. The dollar buys a nickel's worth... banks are going bust... shop-keepers keep a gun under the counter... punks are running wild on the street and there's nobody anywhere that seems to know what to do. And there's no end to it. We know the air is unfit to breathe, our food is unfit to eat... we sit watching our T.V.s while some local newscaster tells us that today we had fifteen homicides and sixty-three violent crimes -- as if that's the way it's supposed to be!

We know things are bad; worse than bad. They're crazy! It's like everything, everywhere is going crazy. So, we don't go out anymore; we sit in the house and slowly the world we're living in is getting smaller and we say: Please, at least leave us alone in our living rooms... let me have my toaster and my T.V. and my steel-belted radials and I won't say anything -- just leave us alone.

But I'm not gonna leave you alone... I want you to get mad!

I don't want you to protest and I don't want you to riot or write your Congressman, because I wouldn't know what to tell you to write. I don't know what to do about the depression and the inflation and the Russians or the crime in the street. All I know is that first you've got to get mad... you've got to say: I'm a human being -- Goddamn it -- my life has value!

I want you to get up now, I want all of you to get up out of your chairs. I want you to get up, right now, and go to the window -- open it and stick your head out and yell: I'M AS MAD AS HELL AND I'M NOT GOING TO TAKE THIS ANYMORE!

Έφυγε από την ζωή...



Έφυγε από την ζωή ο Νίκος Κακαουνάκης…

… από σηψαιμία εξαιτίας λαθών στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός!
Σε ηλικία 71 ετών «έφυγε» σήμερα από τη ζωή ο δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Το Καρφί», Νίκος Κακαουνάκης. Το τελευταίο διάστημα αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας
και νοσηλευόταν σε ιδιωτικό νοσοκομείο.
Είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στον Ευαγγελισμό. Παρουσίασε επιπλοκές και μεταφέρθηκε σε μονάδα εντατικής θεραπείας όπου και παρέμεινε 20 ημέρες. Στη συνέχεια διακομίστηκε σε ιδιωτικό θεραπευτήριο όπου και κατέληξε σήμερα λίγο μετά τις 21.00
Ο Νίκος Κακαουνάκης γεννήθηκε το 1938 στην Πολυρρήνια Κισσάμου της Κρήτης. Ήταν απόφοιτος εκκλησιαστικής σχολής. Έχασε τον πατέρα του σε μικρή ηλικία. Αμέσως μετά τις πανεπιστημιακές σπουδές, εργάστηκε στο ιδιαίτερο γραφείο του βουλευτή Χανίων και υπουργού Δημόσιας Τάξης της Ένωσης Κέντρου, Πολυχρόνη Πολυχρονίδη.
Η πρώτη του επαφή με τη δημοσιογραφία γίνεται το 1964, όταν γνωρίζεται με τον αείμνηστο Χρήστο Λαμπράκη, τον οποίο και ξενάγησε στο φαράγγι της Σαμαριάς στην Κρήτη, ύστερα από παράκληση του Πολυχρονίδη.
Η γνωριμία αυτή θα τον οδηγήσει στην εφημερίδα "Το Βήμα", όπου και θα εργαστεί για πολλά χρόνια.
Ασχολήθηκε με το επαρχιακό, το ελεύθερο και κυρίως το δικαστικό ρεπορτάζ ενώ επί χρόνια κάλυψε μεγάλες πολιτικές και ποινικές δίκες. Το 1978 μεταπήδησε στην εφημερίδα τα ΝΕΑ όπου τοποθετήθηκε προϊστάμενος του ελεύθερου ρεπορτάζ.
Από το 1989 ήταν τακτικός συνεργάτης υτου ΣΚΑΙ 100,4, όπου και συμπαρουσίαζε την εκπομπή "Πρώτη Έκδοση", ενώ ήταν παρουσιαστής της εκπομπής "Μια στο καρφί και μια στο πέταλο". Εργάστηκε επί χρόνια και στο ραδιόφωνο του Flash, σε τηλεοπτικούς σταθμούς, ενώ ήταν εκδότης της εβδομαδιαίας εφημερίδας "Το Καρφί". Είχε γράψει τα βιβλία "2650 μερόνυχτα συνωμοσίας" και "Οι μεγάλες δίκες στην Ελλάδα".

Πηγή: http://prezatv.blogspot.com/2009/12/blog-post_6208.html

30 Δεκεμβρίου 2009

44 πράγματα που μου έμαθε η ζωή!



Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε από τη Regina Brett, πρώην δημοσιογράφο στο Κλίβελαντ του Οχάιο.

«Για να γιορτάσω τα γενέθλιά μου, έγραψα κάποτε στη στήλη μου στην εφημερίδα, τα 44 πράγματα που μου έμαθε η ζωή. Ήταν το πιο πετυχημένο άρθρο που έγραψα ποτέ:


1. H ζωή δεν είναι δίκαιη, αλλά ακόμα κι έτσι είν’ ωραία.


2. Όταν αμφιβάλλεις για κάτι, απλά κάνε το επόμενο μικρό βήμα.


3. H ζωή είναι πολύ μικρή για να χάνεις χρόνο μισώντας τον οποιονδήποτε.


4. Αν αρρωστήσεις, δε θα σε κοιτάξει η δουλειά σου. Θα σε κοιτάξουν οι φίλοι και η οικογένειά σου. Μη χάνεσαι.


5. Πλήρωνε τις πιστωτικές σου κάθε μήνα.



6. Δε χρειάζεται να κερδίζεις σε κάθε διαφωνία. Συμφώνησε με το να διαφωνείς.


7. Κλάψε παρέα με κάποιον. Είναι πιο εύκολο να συνέλθεις απ’ ό,τι αν κλαις μόνος.


8. Δεν πειράζει να θυμώνεις με τον Θεό. Το αντέχει.


9. Βάζε στην άκρη για τη σύνταξή σου από τον πρώτο σου μισθό.


10. Απέναντι στη σοκολάτα κάθε αντίσταση είναι μάταιη.



11. Συμφιλιώσου με το παρελθόν σου, για να μην καταστρέφει το παρόν σου.


12. Δεν πειράζει αν σε δουν τα παιδιά σου να κλαις. Άσ’ τα να το κάνουν.


13. Μη συγκρίνεις τη ζωή σου με των άλλων. Δεν έχεις ιδέα τι νόημα μπορεί να έχει το δικό τους το ταξίδι.

14. Αν μια σχέση πρέπει να κρατιέται μυστική, τότε δεν πρέπει να την κρατάς εσύ.


15. Τα πάντα μπορεί να αλλάξουν μ’ ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών. Αλλά μην ανησυχείς. Ο Θεός δεν τρεμοπαίζει τα βλέφαρά του.



16. Πάρε μια βαθιά ανάσα. Ηρεμεί το μυαλό.


17. Ξεφορτώσου ό,τι δεν είναι χρήσιμο, όμορφο ή γεμάτο χαρά.

18. Ό,τι δε σε σκοτώνει πράγματι σε κάνει δυνατότερο.


19. Ποτέ δεν είναι αργά για να έχεις μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Αλλά τη δεύτερη φορά εξαρτάται από σένα.


20. Όταν είναι να κυνηγήσεις αυτά που αγαπάς στη ζωή, μη δεχτείς ποτέ το όχι.



21. Άναψε τα κεριά, στρώσε τα καλά σεντόνια, φόρεσε τα ακριβά εσώρουχα. Μην τα φυλάς για ειδικές περιπτώσεις. Κάθε μέρα είναι ειδική περίπτωση.

22. Προετοιμάσου για όλα. Και μετά ακολούθησε το ρεύμα.


23. Γίνε εκκεντρικός τώρα. Μην περιμένεις να πάρεις σύνταξη για να φορέσεις μοβ χρώμα!


24. Kανείς δεν είναι υπεύθυνος για την ευτυχία σου παρά μόνο εσύ.

25. Σε κάθε αποκαλούμενη “καταστροφή” σκέψου: “Σε 5 χρόνια, αυτό θα έχει καμία σημασία;”.



26. Πάντα να επιλέγεις τη ζωή.

27. Συγχώρησε σε όλους τα πάντα.


28. Το τι πιστεύουν οι άλλοι για σένα δεν είναι δική σου δουλειά.


29. Ο χρόνος θεραπεύει σχεδόν τα πάντα. Δώσε χρόνο στο χρόνο.


30. Όσο καλή ή κακή κι αν είναι μια κατάσταση, θα αλλάξει.



31. Μην παίρνεις τον εαυτό σου τόσο στα σοβαρά. Κανείς άλλος δεν το κάνει.


32. Πίστευε στα θαύματα.


33. Ο Θεός σ’ αγαπάει επειδή είσαι αυτός που είσαι, όχι για κάτι που έκανες ή δεν έκανες.


34. Μην παρακολουθείς τη ζωή. Βγες μπροστά και εκμεταλλεύσου την πλήρως τώρα.


35. Το να γερνάς είναι καλύτερο από την εναλλακτική λύση: να πεθαίνεις νέος.



36. Τα παιδιά σου θα ζήσουν μόνο μία παιδική ζωή.


37. Το μόνο που έχει σημασία τελικά είναι ότι αγάπησες.


38. Βγες έξω κάθε μέρα. Τα θαύματα παραμονεύουν παντού.


39. Αν όλοι ρίχναμε τα προβλήματά μας σε ένα σωρό δίπλα δίπλα, θα αρπάζαμε τα δικά μας πίσω.

40. Η ζήλια είναι χάσιμο χρόνου. Έχεις ήδη όλα όσα χρειάζεσαι.



41. Τα καλύτερα έπονται.


42. Ό,τι διάθεση και να έχεις, σήκω, ντύσου και πήγαινε εκεί που έχεις να πας.


43. Ενέδωσε.


44. Η ζωή δεν είναι τυλιγμένη με κορδέλα, δεν παύει όμως να είναι δώρο.



Enya - The River Sings



Our words go beyond the moon.
Our words go into the shadows.
The river sings the endlessness.
We write of our journey through night.
We write in our aloneness.
We want to know the shape of eternity.

Who knows the way it is?
Who knows what time will not tell us?

Mountains, solitude and the moon
Until the journey's end?
The river holds the lost road of the sky;
The shape of eternity?

Who knows the way it is?
Who knows what time will not tell us?

Where is the beginning?
Where is the end?
Why did we fall into days?
Why are we calling out into the endlessness?

Who knows the way it is?

Loxian Lyrics

Mmer-hymm a rhee-a ka-n
Mmer-hymm a vl-a lu-ua
E-a hymm llay hey
A rhee o mmay
hOr-oom-may o nay rhay
hOr-oom-may he eer-hee-mo
h'er-ra-Kan sy ay a rhee a mmay

h'un-nin in la go dee rhee?
h'un-nin in la go chwk a too?
h'un-nin in la go dee rhee?
h'un-nin in la go chwk a too?

h'airr rin a kan a-he-ra,
h'airr rin a kan o-rhay-na?
E-a nno llow rro;
A rhee a mmay?

h'un-nin in la go dee rhee?
h'un-nin in la go chwk a too?
h'un-nin in la go dee rhee?
h'un-nin in la go chwk a too?

Ta-na mmo-ree va rhay?
Ta-na mmor rro nna oom a?
(yl) Le-a tor-ee-ay
A rhee a kan
Kor-rhee-ay ko-da nay a
Kor-rhee-ay a-ru hil-la
Vee a kyi a hey
A rhee a mmay.

Ah hey, Ah hey, Ah hey, Ah hey,
Ah hey, Ah hey, Ah hey, Ah hey.

Yll yy-ka pirr o bay ru
Yl-y-ka kal-la kwyay la
O-na han-ee ay
A rhee o mmay?

h'un-nin in la go dee rhee?
h'un-nin in la go chwk a too?
h'un-nin in la go dee rhee?
h'un-nin in la go chwk a too?

Mmer-hymm a rhee-a kan
Mmer-hymm a vl-a lu-ua
E-a hymm lly hey
A rhee o mmay
hOr-oom-may o nay rhay
hOr-oom-may he er-rhee-mo h'er-ra -
Kan sy ay a rhee a mmay.

Ah hey, Ah hey, Ah hey, Ah hey,
Ah hey, Ah hey, Ah hey, Ah hey.

Yll yy-ka pirr o bay ru
Yl-y-ka kal-la kwyay la
O-na han-ee ay
A rhee o mmay?

h'un-nin in la go dee rhee?
h'un-nin in la go chwk a too?
h'un-nin in la go dee rhee?
h'un-nin in la go chwk a too?

Mmer-hymm a rhee-a kan
Mmer-hymm a vl-a lu-ua
E-a hymm lly hey
A rhee o mmay
hOr-oom-may o nay rhay
hOr-oom-may he er-rhee-mo h'er-ra -
Kani sy ay a rhee a mmay.

Yll yy-ka pirr o bay ru
Yl-y-ka kal-la kwyay la
O-na han-ee ay
A rhee o mmay?



Deep Forest - Sweet Lullaby



Young brother, young brother you be quiet
Although you are crying to me
Your father has left us
He has gone to the place of the dead
Protect the head of the living, Protect the orphan child

Young brother, young brother hey? although you are crying to me
Your father has left us
He has gone to the place of the dead
Protect the head of the living, protect the orphan child

Sasi sasi o to aro aro
O angi si nau boroi amu
Ni ma oe e fasi korona
Dolali dasa na, lao dai afuimae
Afuta guau mauri, Afuta wela inomae

Sasi sasi ae o angisi nau
Boroi nima oe e fasi koro na
Dolali dasa na, lao dai afuimae
Afuta guau mauri, Afuta wela inomae



1200 Micrograms - Acid for Nothing - Glove Lightshow



The trick is you got to realize that you're dreaming in the first place.
You gotta be able to recognize it,
you gotta ask yourself: hey man, is this a dream?

Seems like everyone sleepwalk into their wake state
and wakewalk into their dreams.



Shpongle DMT



dmt, dmt, doo dee doo dmt, lsd doo dmt, lsd doo dmt...divine moments now, divine moments of truth, total and utter cosmic stuff...'
'be here now... i love everybody'




27 Δεκεμβρίου 2009

ο Αέρας



Αποφάσισε ο Αέρας μια μέρα να κάνει ζαβολιές. Να κατεβεί χαμηλά και να πειράξει όποιον έβρισκε. Να ανακατέψει μαλλιά, να στροβιλίσει τη σκόνη σαν μπαλαρίνα, να κυνηγήσει τα φύλλα, να λυγίσει τα δέντρα, να κοκκινίσει κοριτσίστικα μάγουλα.
Δεν ευχαριστιόταν όμως, Ήθελε λίγη παραπάνω δράση, λίγη ακόμα ένταση.
Έτσι πήγε προς το Νερό, Δεν του άρεσε η γαλήνη του και σκέφτηκε να το ξεσηκώσει λίγο, να το ταράξει, να το ζωντανέψει.

Στην αρχή φύσηξε απαλά, ένας σιγανός ψίθυρος, μια πνοή και το Νερό ρίγησε. Ο Αέρας χαμογέλασε και συνέχισε το φύσημα πιο δυνατά, προκαλώντας ανατριχίλα και γλυκιά αναστάτωση στον υδάτινο γίγαντα.
“Τι πας να κάνεις? “ρώτησε, μα ο Αέρας δεν απάντησε και συνέχισε το αλλόκοτο παιχνίδισμα.



Φυσούσε δυνατά και το Νερό άρχισε να κυματίζει. Δεν μπορούσε να καταλάβει αυτό το παράξενο παιχνίδι ,δεν ήξερε αν του άρεσε ή όχι. Σα μαγεμένο χόρευε στον ανεξέλεγκτο ρυθμό του Αέρα.
Αφέθηκε ανίκανο να σταματήσει να φουντώνει, να ξεσηκώνεται, να φουσκώνει, έτοιμο να πλημμυρίσει τα πάντα γύρω του.



Ο Αέρας το οδηγούσε όπως ο μαέστρος διευθύνει την ορχήστρα του και οι Θεοί από ψηλά κοιτούσαν άφωνοι, αυτό το ασύλληπτο ταίριασμα. Σαν μία πάλη δύο σωμάτων, χωρίς νικητή και νικημένο, ένα σμίξιμο ηδονικό και τόσο απόλυτο.
Το Νερό δεν άντεξε και ξεχείλισε, έφτασε στη Γη και την πότισε.



Η Φωτιά παρατηρούσε από μακριά, περιμένοντας τη σειρά της, να νοιώσει το άγγιγμα του Αέρα μέσα της, να του δείξει πως δεν φοβάται το πέρασμά του από πάνω της. Να δούνε όλοι πόσο ζωηρή γινόταν μόλις την ακουμπούσε.



Ωωω!!! πόσο δύναμη είχε αυτό το στοιχειό της φύσης. Όλα τα ανακάτευε, όλα τα ξεσήκωνε ,όλα τα ξυπνούσε από το λήθαργο τους. Δεν καθόταν λεπτό ήσυχος.
Το Νερό δεν άντεχε άλλο κι άρχισε τα παρακάλια. Ανέβηκε ψηλά στα σύννεφα εκλιπαρώντας για λίγη βοήθεια. Τα σύννεφα αρνήθηκαν και το έστειλαν πίσω, μεταμορφώνοντας το σε όμορφες στρόγγυλες σταγόνες, που έπεφταν σιγά σιγά, επάνω στα πρόσωπα ενός ζευγαριού που ορκιζόταν αιώνια αγάπη. Μπλέχτηκε στα δάκρυα τους και κύλησε στη Γη, που θυμωμένη με τον Αέρα του ζητούσε να σταματήσει το παράλογο παιχνίδι του.



Άρχισε να βραδιάζει, ο Αέρας ικανοποιημένος που ζωντάνεψε το ήρεμο Νερό, σταμάτησε να φυσά δυνατά, κόπασε την δύναμή του κάνοντας την κάθε του κίνηση να θυμίζει τρυφερό φιλί.
Το Νερό καταλάγιασε την ορμή του, ίσα που κυμάτιζε απαλά και σε λίγο χαιρέτησε το Φεγγάρι με ένα τελευταίο ρίγος πριν γαληνέψει τελείως.
Ο Αέρας πέταξε ψηλά, σφυρίζοντας χαρούμενος μέχρι που ξέπνοος ακούμπησε στα σύννεφα, σχεδιάζοντας την επόμενη ζαβολιά του!



Νίκος Πορτοκάλογλου - Γίνε Κομμάτια



Ξέχασα τ' όνομά μου, το δρόμο, τα κλειδιά...
Απόψε, καρδιά μου, ποιος φεύγει, ποιος γυρνά;

Ποιο σκοτεινό φεγγάρι, ποια δίψα, ποια φωτιά;
Ποια τρέλα, ποια ζάλη, απόψε σ' οδηγά;

Κλείσε τα μάτια, κλείστα και χόρεψέ μου,
γίνε κομμάτια, τη νύχτα χάρισέ μου,
άνοιξ' τα χέρια, σήκω και χόρεψέ μου,
μέχρι τ' αστέρια, τη νύχτα χάρισέ μου...

Κάποιος σε περιμένει, κάπου έξω μακριά...
Μα η νύχτα πως βγαίνει, σ' αυτή την ερημιά;

Τελειώσαν πια τα λόγια, τελειώσαν τα λεφτά,
Μα δωσ' μου τη φλόγα, κι ανάβω πυρκαγιά...

Κλείσε τα μάτια, κλείστα και χόρεψέ μου,
άνοιξ' τα χέρια, σήκω και χόρεψέ μου...

Στίχοι: Νίκος Πορτοκάλογλου
Μουσική: Νίκος Πορτοκάλογλου
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Πορτοκάλογλου
& Ανδριάνα Μπάμπαλη ( Ντουέτο )



Ελευθερία Αρβανιτάκη - Γιατί



Ποιος μεθυσμένος άνεμος σ' έφερε εδώ
αν θες την πόρτα χτύπα μου μα δε θα βγω
κλείσε καλά τα μάτια σου για να κρυφτώ
όσα μαζί δεν είδαμε βλέπω εγώ

Αχ ό,τι έχει αρχή δε μπορεί
να μην έχει και τέλος

Τριάντα και τρία πέρασαν χρόνια πολλά
τριάντα και πια σε γνώρισα για τα καλά
κι αν λίγα μόνο ζήτησες πήρες πολλά
δεν σου ανοίγω μάτια μου άλλη φορά

Αχ ό,τι έχει αρχή δε μπορεί
να μην έχει και τέλος

Γιατί θες να σου απαντήσω εγώ γιατί
όλη η ζωή σου χάνεται πριν την χαρείς
μα δεν πίστεψες ποτέ μωρό μου εσύ
στη δύναμη, στη δύναμη κάθε στιγμής...

Στίχοι: Σταμάτης Σπανουδάκης
Μουσική: Σταμάτης Σπανουδάκης
Πρώτη εκτέλεση: Ελευθερία Αρβανιτάκη


25 Δεκεμβρίου 2009

Ξημέρωμα Χριστουγέννων - Χρόνια Πολλά


 
Σας εύχομαι χρόνια πολλά με υγεία - αγάπη - ευτυχία











Dr. Teeth & Electric Mayhem perform Jingle Bell Rock on the Muppet Family Christmas Special - 1987



Jingle bell, jingle bell, jingle bell rock
Jingle bells swing and jingle bells ring
Snowing and blowing up bushels of fun
Now the jingle hop has begun

Jingle bell, jingle bell, jingle bell rock
Jingle bells chime in jingle bell time
Dancing and prancing in Jingle Bell Square
In the frosty air.

What a bright time, it's the right time
To rock the night away
Jingle bell time is a swell time
To go gliding in a one-horse sleigh
Giddy-up jingle horse, pick up your feet
Jingle around the clock
Mix and a-mingle in the jingling feet
That's the jingle bell,
That's the jingle bell,
That's the jingle bell rock.



23 Δεκεμβρίου 2009

Απαγορευμένος Καρπός



ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΣ ΚΑΡΠΟΣ
ΣΠΙΝΤΛΕΡ ΕΡΙΚΑ
Απόσπασμα

Μόνο ένας άντρας μπορεί να ξεσκεπάσει τις αμαρτίες και τα μυστικά
των γυναικών της οικογένειας Πιερόν...

Λίλι Πιερόν: Στην αισθησιακή Νέα Ορλεάνη δεν υπάρχει αμαρτία που να μην μπορείς να διαπράξεις με το κατάλληλο τίμημα. Για τη Λίλι, μια θρυλική «μαντάμ», αυτό το τίμημα είναι η κόρη της, η Χόουπ.

Χόουπ Πιερόν Σεν Ζερμέν: Την ημέρα, είναι η κομψή και ευπρεπής σύζυγος ενός πλούσιου ξενοδόχου και η στοργική μητέρα της Γκλόρι. Τη νύχτα, υποκύπτει σε ανόσια πάθη που απειλούν να την καταστρέψουν.

Γκλόρι Σεν Ζερμέν: Δεν γνωρίζει απολύτως τίποτα για τη σκοτεινή πλευρά της οικογένειάς της, όμως υφίσταται τις συνέπειες σε κάθε της βήμα. Πεισματάρα και παράτολμη, θα αφεθεί σ? ένα μεγάλο, απαγορευμένο έρωτα με τον μοναδικό άντρα που γνωρίζει τα πάντα για τις γυναίκες Πιερόν...

Ο Σάντος δεν καταλάβαινε.
Επειδή δεν ήθελε να την καταλάβει, επειδή δεν νοιαζόταν για τα αισθήματά της. Την είχε φωνάξει για χάρη της Λίλι και μόνο. Τώρα πια είχε επιτελέσει το καθήκον της κι εκείνος ήθελε να την διώξει.
Έπνιξε μια κραυγή απόγνωσης. Μα τι περίμενε; Ότι θα στρεφόταν ο ένας στον άλλον μέσα στη θλίψη τους; Ότι εκείνος θα τη συμπονούσε; θα την καταλάβαινε; Ότι θα ήθελε και από εκείνη να κάνει το ίδιο;

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΣ ΚΑΡΠΟΣ
ΣΠΙΝΤΛΕΡ ΕΡΙΚΑ

Opeth - Patterns in the ivy 2



Without you I cannot confide in anything
The hope is pale designed in light of dreams you bring
Summer's gone, the day is done soon comes tonight
Biding time, leaving the line and out of sight

One moonlit shadow on the wall
Disrupted in its own creation
Veiled in the darkness of this fall
Is this the end - manifestation

It runs in me, your poison seething in my veins
This skin is old and stained by late September rains
A final word from me would be the first for you
The rest is long but I'll go on inside and through

One moonlit shadow on the wall
Disrupted in its own creation
Veiled in the darkness of this fall
Is this the end - manifestation

Patterns in the ivy
patterns in the ivy...





21 Δεκεμβρίου 2009

Το παραμύθι του κυρ-Σταύρου



Κάθε πρωί χειμώνα – καλοκαίρι, πολύ πριν ακόμη να φέξει, ο κυρ-Σταύρος έμπαινε στο μικρό βαρκάκι του, την «κυρά Μάρω» (από το όνομα της μακαρίτισσας της γυναίκας του) κι ανοιγόταν βαθιά στο πέλαγος για να απλώσει τα δίχτυα του. Και την αγαπούσε πολύ τη θάλασσα ο κυρ-Σταύρος, πιο πολύ κι από την ίδια του τη ζωή. «Είναι η μάνα όλων μας», του άρεσε να λέει, όταν έπιανε κουβεντούλα με κάνα ξένο στο μικρό καφενεδάκι του χωριού. Είχε πατήσει πλέον τα εβδομήντα, και ο χρόνος, ο ήλιος κι η θάλασσα είχαν αφήσει τα σημάδια τους στο πρόσωπο και στο κορμί του. Τα πυκνά μαλλιά του, που ήταν κάποτε πιο μαύρα κι από την πίσσα που άλειφε τη βάρκα του, είχαν γίνει κάτασπρα σαν τα θαλασσοδαρμένα βράχια της ακτής. Και το λυγερό κορμί του είχε γείρει σαν κυπαρίσσι που το δέρνει χρόνια ο άνεμος. Το μελαμψό δέρμα του είχε σμιλευτεί από την αρμύρα και τις κακουχίες και ήταν ποτισμένο από τη μυρωδιά της θάλασσας και των ψαριών.

Παρόλα αυτά, ο κυρ-Σταύρος δεν έλεγε να σταματήσει τα μικρά του ταξίδια. «Άμα σταματήσω να ψαρεύω, θα σταματήσω και να ζω», έλεγε στο γιο του κάθε φορά που προσπαθούσε να τον πείσει να φύγει από το χωριό και να πάει να ζήσει ήσυχα μαζί με αυτόν και την οικογένειά του στην πόλη. «Και τι δουλειά έχω εγώ στην πόλη;», συνέχιζε, «εκεί μωρέ τα ψάρια τα βάζουνε για στολίδια στα σαλόνια τους».



Δυστυχώς όμως, όσο περνούσε ο καιρός, η θάλασσα όλο και λιγότερο του έδειχνε την αγάπη της. Τα ψάρια στα δίχτυα του όλο και λιγόστευαν και υπήρχαν μέρες που ο κυρ-Σταύρος γυρνούσε σπίτι με αδειανά τα χέρια. Και ήταν πολύ περήφανος για να ζητήσει βοήθεια από το γιο του για να τα βγάλει πέρα. Πήγαινε στη μικρή του παράγκα, που ήταν χτισμένη σχεδόν εκεί που σκάει το κύμα - «για να μπορούν να μπαίνουν μέσα τα πνέματα της θάλασσας και να ΄χω παρέα τα βράδια», όπως έλεγε - άναβε το τσιμπούκι του και τραγουδούσε με τις ώρες για να ξεγελάσει την πείνα του και να ξεχάσει τη στενοχώρια του.

Και τραγουδούσε για γοργόνες και κρυμμένους θησαυρούς, για βυθισμένα πειρατικά καράβια και μυστικές σπηλιές, για τρανές θαλασσομαχίες και για μεγάλα ταξίδια δίχως γυρισμό. Μα πιο πολύ του άρεσε να λέει ένα τραγούδι που το είχε πρωτοτραγούδησει 18 χρονο παλικάρι, κάτω από το παραθύρι της μακαρίτισσας της γυναίκας του, λίγο πριν την κλέψει :



«Νεράιδα είσαι μάτια μου και το γιαλό ορίζεις,
θέλεις μου παίρνεις την καρδιά, θέλεις μου τη χαρίζεις.

Κοράλλια είναι τα χείλη σου, κύματα τα μαλλιά σου,
κι η θάλασσα ολόκληρη είναι η αγκαλιά σου.

Στην άμμο που καθόμουνα ήταν δικό μου κρίμα,
και τ΄ όνομα σου έγραφα και το ΄σβηνε το κύμα.

Ένα καράβι αρμάτωσα να ΄ρθω να σε γυρέψω,
κι αν δε με θες, νεράιδα μου, μια νύχτα θα σε κλέψω.

Νεράιδα είσαι μάτια μου …»

Και πριν να τελειώσει το τραγούδι του αποκοιμιόταν νηστικός. Και τ΄ άλλο πρωί ανοιγόταν και πάλι στο πέλαγος, με την ελπίδα ότι η θάλασσα, η αγαπημένη του θάλασσα, θα ΄ταν την επόμενη φορά πιο καλή μαζί του.

Τι έφταιγε για τούτη τη συμπεριφορά της θάλασσας δε μπορούσε να το καταλάβει. Κι όσο να μαζέψει τα δίχτυα του σκεφτότανε: «Μπορεί να φταίει που γέρασα κι ασκήμεψα και δε της αρέσω πια. Ίσως να φυλάει τα ψάρια της και να τα δίνει σ΄ έμορφα παλικάρια π΄ ολημερίς της γλυκοτραγουδούν και την κανακεύουν. Εξάλλου, εμένα το μερτικό μου, μου το ΄χει δώσει τόσα χρόνια και με το παραπάνω.»

Που ν΄ ακούσει ο κυρ-Σταύρος για υπεραλίευση και λαθροθηρία, για μόλυνση του περιβάλλοντος και εξαφάνιση των ειδών, αφού γράμματα δεν ήξερε – «Που καιρός για σκολειό και γράμματα, από 5 χρονώ στη θάλασσα μέσα. Με ξεμυάλισε από μωρό παιδί κι έμεινα κοντά της για πάντα», έλεγε – και νέα από τον υπόλοιπο κόσμο είχε πάψει ν΄ ακούει γιατί έλεγε πως «μόνο για δυστυχία και πολέμους μιλάνε. Δε θέλω πια ν΄ ακούω κακά μαντάτα. Άμα θέλω στενοχώριες έχω τις δικές μου.»



Κι έτσι, μέσα στο απλό μυαλό του έφτιαξε έναν καινούριο εχθρό που του ΄φταιγε για τις κακές ψαριές του. Οπότε, όταν κάποιες φορές μάζευε τρύπια τα δίχτυα του ή τα ψάρια μέσα τους ήταν μισοφαγωμένα, έλεγε «πάλι μωρέ με χτύπησε ο Δαίμονας». Ο «Δαίμονας» ήταν ένα δελφίνι μεγάλο ίσαμε το βαρκάκι του, ίσως και μεγαλύτερο. Και το μισούσε ο κυρ-Σταύρος ετούτο το πλάσμα. Όσο πολύ αγαπούσε τη θάλασσα, τόσο πολύ το μισούσε. «Πάλι μου πήρε τη μπουκιά από το στόμα το καταραμένο», έλεγε μέσα από τα δόντια του όποτε έβρισκε τρύπια τα δίχτυα του. Αχ, πόσο ήθελε να το ξεκάμει. Έτσι και ξεπρόβαλε κοντά στη βάρκα του προσπαθούσε να το χτυπήσει με το κουπί. Κάποιες φορές μάλιστα είχε καταφέρει να του δώσει μερικά δυνατά χτυπήματα.




Τα σημάδια τούτων των αναμετρήσεων είχαν μείνει πάνω στο κορμί τού δελφινιού και με τα χρόνια γινόταν όλο και περισσότερα. Όμως, πάντα κατάφερνε και ξεγλιστρούσε κι ανοιγόταν στο πέλαγο πηδώντας «κοροϊδευτικά», όπως πίστευε ο κυρ-Σταύρος, ψηλά πάνω από τα κύματα. «Την επόμενη φορά δε θα μου γλυτώσεις», υποσχόταν ο κυρ-Σταύρος, καθόταν στα κουπιά και κωπηλατούσε αργά, αποκαμωμένος από τη μάταιη μάχη του, πίσω στο μικρό του αραξοβόλι. Κι έτσι περνούσε ο καιρός.

Τα καλοκαίρια, μερικά Σαββατοκύριακα, ερχόταν στο χωριό ο γιος του κυρ-Σταύρου με τη γυναίκα του και το δικό του το γιο. Το λάτρευε τούτο το παιδί, ο κυρ-Σταύρος. Ο γιος του ήθελε να το βαφτίσουν Σταύρο σαν κι αυτόν, αλλά ο κυρ-Σταύρος το ΄χε τάξει στον Αϊ-Νικόλα σε μια μεγάλη φουρτούνα, πως έτσι και γλύτωνε, το πρώτο του εγγόνι θα το ΄βγαζε Νικόλα. Κι έτσι γίνηκε.

Ένα καλοκαίρι, που ο μικρός Νικόλας ήταν δεν ήταν τριών χρονών και ο πατέρας του έλειπε στην πόλη για δουλειές, ο κυρ-Σταύρος αποφάσισε να πάρει το εγγόνι του για να του δείξει το βασίλειό του, τη θάλασσα. Στην αρχή, η μάνα του μικρού είχε αντιρρήσεις γιατί φοβόταν μη συμβεί κανένα κακό, αλλά τελικά ο κυρ-Σταύρος, που παρόλο το άγριο παραστατικό του ήταν γλυκομίλητος σαν ποιητής κι είχε τον τρόπο του με τις γυναίκες, την κατάφερε. «Να προσέχετε», τους ορμήνεψε η μάνα κι έκαμε το σταυρό της καθώς έβλεπε την «κυρά Μάρω» να χάνεται στον ορίζοντα.



Ο κυρ-Σταύρος ένιωθε σαν άρχοντας ολάκερου του κόσμου. Με το ΄να χέρι κρατούσε σφιχτά το Νικόλα στην αγκαλιά του και με τ΄ άλλο του ΄δειχνε τη θάλασσα και του ΄λεγε: «Βλέπεις Νικόλα τούτο το απέραντο γαλάζιο χωράφι; Αυτή είναι η κληρονομιά που σου αφήνω. Όλο δικό σου. Αυτό κι όλοι οι θησαυροί που κρύβει μέσα του». Κι άρχισε να του μιλάει για όλων των λογιών τα ψάρια και πώς να τα ψαρεύει, για το πώς βουτούν για σφουγγάρια στην Κάλυμνο, για τα όστρακα που κρύβουν πολύτιμα μαργαριτάρια μα που μπορούν να σε παγιδεύσουν μέσα τους για πάντα αν δε προσέξεις. Και μετά του μίλησε και για το Δαίμονα και πώς του κλέβει τα ψάρια. Κι έλεγε, κι έλεγε, και τελειωμό δεν είχε κι όλο ο μικρός Νικόλας του χαμογελούσε. Κι όσο χαμογελούσε ο Νικόλας η καρδιά του κυρ-Σταύρου κόντευε να σπάσει από χαρά.

Μα η ώρα περνούσε κι ο κυρ-Σταύρος ήταν τόσο απορροφημένος με τις ιστορίες του, που δεν είδε το μπουρίνι που ετοιμαζόταν να ξεσπάσει. Ξαφνικά, ο καταγάλανος ουρανός γέμισε μαβιά σύννεφα κι θάλασσα έγινε μαύρη κι άγρια. Μια αστραπή έσκισε τον ουρανό στα δυο κι η βάρκα σείστηκε από τη βροντή. Ο μικρός Νικόλας έβαλε τα κλάματα. Μόνο τότε ο κυρ-Σταύρος κατάλαβε τι γινόταν και σα να ξύπνησε απότομα από όνειρο πετάχτηκε πάνω και φώναξε: «Παναγιά μου κι Άγιε Νικόλα, βάλτε το χέρι σας» και σταυροκοπήθηκε. Ευθύς, ακούμπησε το Νικόλα απαλά πάνω στην κουπαστή κι έπιασε και με τα δυο του χέρια τα κουπιά.



Η θάλασσα φούσκωνε όλο και περισσότερο και τα κύματα έπαιζαν με το μικρό βαρκάκι σα να ΄ταν καρυδότσουφλο. Και ξαφνικά έγινε το κακό! Ένα πελώριο κύμα αγκάλιασε τη βάρκα, άρπαξε το Νικόλα και τον πήρε μαζί του στα βάθη της θάλασσας. Ο κυρ-Σταύρος παράτησε τα κουπιά, έσκισε στα δυο τη φθαρμένη φανέλα του και ρίχτηκε στα αγριεμένα νερά για να σώσει το μωρό. Βούτηξε, ξαναβούτηξε αλλά μάταια. Η θάλασσα το είχε κρύψει για τα καλά στην απέραντη αγκαλιά της. Ο κυρ-Σταύρος συνέχισε μολαταύτα να βουτάει μέχρι που δεν είχε άλλη αναπνοή και λιποθύμησε.

Έφτασε το βράδυ κι ο γιος του κυρ-Σταύρου γύρισε από την πόλη. Η γυναίκα του κόντευε να τρελαθεί από την αγωνία. «Μην ανησυχείς», προσπάθησε να την καθησυχάσει, «ο πατέρας ξέρει καλά τη θάλασσα και τα χούγια της. Κάπου θα έχει βρει καταφύγιο μέχρι να περάσει η καταιγίδα και να δεις που πριν χαράξει θα δούμε την «κυρά Μάρω» ν΄ αράζει μπροστά στην καλύβα του πατέρα.»



Έφτασε όμως το πρωί κι αντί για τη βάρκα, οι χωριανοί βρήκαν τον κυρ-Σταύρο αναίσθητο στην ακροθαλασσιά. Μόλις τον συνέφεραν, με τη λιγοστή δύναμη που του είχε απομείνει τους διηγήθηκε τι έγινε. Όταν το άκουσε η μάνα του Νικόλα λιποθύμησε. Όσοι στο χωριό είχαν βάρκα ξεχύθηκαν στη θάλασσα μπας και βρουν το παιδί. Ειδοποίησαν την ακτοφυλακή και το λιμενικό. Το είπαν και στις ειδήσεις.

Τρία μερόνυχτα έψαχναν το Νικόλα, αλλά μάταια. Η μάνα του έκλαιγε ασταμάτητα και με αναφιλητά παρακαλούσε μια την Παναγιά και μια τη θάλασσα να της δώσουν πίσω το μοναχοπαίδι της. Κι ο γερό-Σταύρος ξαπλωμένος στο χορταρένιο στρώμα του μέσα στην καλύβα αρνιόταν να φάει και να κοιμηθεί προσπαθώντας να τιμωρήσει τον εαυτό του γιατί «όλα ήταν δικό του φταίξιμο», σύμφωνα με τα λεγόμενά του.



Και την τέταρτη μέρα, πριν καλά-καλά να φέξει, ο κυρ-Σταύρος το αποφάσισε. Μάζεψε τις λιγοστές δυνάμεις που του ΄χαν απομείνει, μπήκε στην «κυρά Μάρω» και ξανοίχτηκε στο πέλαγο. «Θα βρω το Νικόλα ή θ΄ αφήσω την τελευταία μου πνοή στη θάλασσα ψάχνοντας. Πάντως πίσω δε γυρίζω». Ετούτη η σκέψη τριγύριζε συνέχεια στο μυαλό του. Και ξάφνου, η θάλασσα που ΄ταν γαλήνια σαν μια απέραντη λίμνη, αναρίγησε, άφρισε, σκίστηκε στα δυο κι από μέσα της ξεπρόβαλε το δελφίνι, ο Δαίμονας. Ο κυρ-Σταύρος δίχως να σκεφτεί καθόλου άρπαξε το ένα κουπί με χέρια που έτρεμαν από την αδυναμία, το σήκωσε ψηλά στον αέρα και φώναξε: «Μέσα στη δυστυχία μου εσύ μόνο μου έλειπες, καταραμένε. Τώρα δε μου τη γλυτώνεις!»

Όμως, καθώς πήγε να κατεβάσει το κουπί με ορμή, πάγωσε. Ένα παιδικό γέλιο ακουγόταν μέσα από το στόμα του δελφινιού. Ο γέρος πέταξε το κουπί μέσα στη βάρκα κι ο Δαίμονας πλησίασε γλιστρώντας σαν αερικό μέσα στα διάφανα νερά. Άνοιξε το πελώριο στόμα του και μέσα ήταν ξαπλωμένος ο μικρός Νικόλας. Είχε για στρώμα τη γλώσσα του δελφινιού κι έμοιαζε σαν το μικρό Χριστό μέσα στη φάτνη. Τα μάγουλα του ήταν πιο ροδαλά από ποτέ και χαμογελούσε. Ο κυρ-Σταύρος έσκυψε με προσοχή, άπλωσε τα χέρια του και πήρε το Νικόλα στην αγκαλιά του.



«Σ΄ ευχαριστώ, σ΄ ευχαριστώ πολύ», ψέλλισε στο δελφίνι καθώς μεγάλα δάκρυα κυλούσαν από τα κουρασμένα μάτια του. «Κι εγώ που σε έλεγα Δαίμονα. Εγώ ήμουν ο Δαίμονας που ΄θελα να σε σκοτώσω, ενώ εσύ μου ΄δωσες πίσω τη δική μου τη ζωή και τη ζωή του Νικόλα. Εσύ ‘σαι ένας άγγελος. Εγώ, εγώ είμαι ο Δαίμονας. Σ΄ ευχαριστώ».

Το δελφίνι, σαν απάντηση ίσως στο γέρο, άφησε μια δυνατή διαπεραστική κραυγή – κάτι ίσως σαν «παρακαλώ» ή σαν «αντίο» – πήδηξε ψηλά στον αέρα πάνω από τη βάρκα του κυρ-Σταύρου, βούτηξε στα γαλανά νερά και χάθηκε. «Στο καλό, άγγελε μου, στο καλό…», συνέχισε ο κυρ-Σταύρος.



Το μονόλογο του γέρου διέκοψε η κόρνα από το ταχύπλοο του Λιμενικού. Μέσα του ήταν ο γιος του που είχε δει τη βάρκα του πατέρα του να ξεμακραίνει κι ερχόταν να τον πάρει πίσω στο χωριό. Μόλις όμως πλησίασε και είδε το Νικόλα στην αγκαλιά του κυρ-Σταύρου δε μπορούσε να πιστέψει τα μάτια του.

Πατέρας, γιος και εγγονός επέστρεψαν σφιχταγγαλιασμένοι στην ακτή. Εκεί τους περίμενε η μάνα του Νικόλα μαζί με όλο το υπόλοιπο χωριό που είχε μάθει την αλλόκοτη τούτη ιστορία από τον ασύρματο του Λιμενικού, πολύ πριν εκείνοι φθάσουν.

Και λίγο πριν να πατήσουν το πόδι τους στη στεριά, ο κυρ-Σταύρος έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί του εγγονού του: «Ένα πράμα να θυμάσαι σ΄ όλη σου τη ζωή Νικόλα κι αυτό το μάθαμε σήμερα μαζί: Η θάλασσα μόνο αγγέλους και θάματα κρύβει κι όχι δαίμονες. Ο μόνος δαίμονας στη θάλασσα είναι ο άνθρωπος, ο άνθρωπος Νικόλα, ο άνθρωπος».



Σωκράτης Μάλαμας - Νεράιδα



Εγώ πατώ στον ουρανό
Βαδίζω στον ωκεανό
Πάνω στο κύμα περπατώ
εσένα σαν κοιτώ...

Είσαι νεράιδα της αυγής
η πιο όμορφη όλης της γης
μ' ένα χαμόγελο μπορείς
τα θαύματα να πεις...

Εγώ φουντώνω στο χιονιά
Βγάζω φωτιές στην παγωνιά
Άνοιξη έχει η καρδιά
εσένα σαν κοιτά...

Είσαι νεράιδα της αυγής
η πιο όμορφη όλης της γης
μ' ένα χαμόγελο μπορείς
τα θαύματα να πεις...

Νυχτερινό-Σωκράτης Μάλαμας



Την πέτρα ρώτησα να πει τι ξέρει και αντέχει
Κι εκείνη μου πε τη σιωπή για μυστικό της έχει
Το αστέρι ρώτησα μετά τι έχει μάθει ως τώρα
Τα χίλια χρόνια μ’ απαντά περνάνε σε μιαν ώρα...

Και πάνω ο ήλιος μια πηγή μια κόκκινη κηλίδα
Λάβα το φως αιμορραγεί να κάψει ότι είδα...

Το χώμα ρώτησα ξανά παλιά αν ήταν σώμα
Και μου πε τα ψηλά βουνά και αυτά θα γίνουν χώμα
Κι ύστερα εσένανε ρωτώ το νόημα του κόσμου
Και λες το χέρι σου κρατώ και εσύ είσαι δικός μου...

Και πάνω ο ήλιος μια πηγή μια χρυσαφένια βρύση
Νερό το φως του να πνιγεί όποιος θέλει να ζήσει...