30 Σεπτεμβρίου 2009

"Ο αλχημιστής"

«Όταν θέλεις πάρα πολύ κάτι, όλο το σύμπαν
συνωμοτεί για να τα καταφέρεις».


«Όταν διαβάζει κανείς τον Αλχημιστή είναι
σαν να αγναντεύει την ανατολή του ήλιου, την ώρα
που όλος ο υπόλοιπος κόσμος ακόμα κοιμάται».

Εκεί όπου ο μυστικισμός του Μεσαίωνα συναντά το τραγούδι της Ερήμου.

Ο Αλχημιστής είναι η ιστορία του Σαντιάγο, ενός νεαρού Ισπανού που επιθυμώντας να είναι ελεύθερος να ταξιδεύει, επιλέγει να γίνει βοσκός. «Αγόρασε ένα κοπάδι και γύρισε τον κόσμο, μέχρι να μάθεις ότι το κάστρο μας είναι το πιο σπουδαίο και οι γυναίκες μας οι πιο όμορφες» είναι τα λόγια του πατέρα του. Σύντομα όμως, δεν του φτάνει η ανέμελη ζωή στα βοσκοτόπια της Ανδαλουσίας κι έτσι αποφασίζει να αφήσει πίσω του όσα τον δένουν μ’ αυτήν και να επιδοθεί στην αναζήτηση της τύχης του, στην Πραγμάτωση του Προσωπικού του Μύθου. Το έναυσμα γι αυτήν την αναζήτηση δεν είναι παρά ένα όνειρο που τον προτρέπει να ανακαλύψει έναν θησαυρό στις πυραμίδες της Αιγύπτου. Μόλις ο Σαντιάγο παίρνει την οριστική απόφαση να πραγματοποιήσει ένα τέτοιο ταξίδι, ευθύς συναντά κι έναν περίεργο άντρα που αυτοαποκαλείται «βασιλιάς της Σαλίμ», ο οποίος τον ενθαρρύνει περαιτέρω και τον προτρέπει να ακολουθεί πάντα τα σημάδια. Η περιπλάνηση ξεκινά: ο Σαντιάγο μέσω του Γιβραλτάρ, περνά απέναντι στην Ταγγέρη με σκοπό να διασχίσει την Σαχάρα και να βρεθεί στον προορισμό του, στις Πυραμίδες. Ο δρόμος του δεν θα ‘ναι δίχως περιπέτειες, ούτε χωρίς κινδύνους. Όμως και πόσες ωραίες στιγμές θα του χαρίσει… πόσους σημαντικούς ανθρώπους θα γνωρίσει: τον έμπορο στο μαγαζί των κρυστάλλων, τον Άγγλο συνοδοιπόρο του, την αγαπημένη του Φατιμά και πάνω απ’ όλα, τον άνθρωπο που θα τον διδάξει, τον γέρο- Αλχημιστή… Μετά από μια τέτοια πορεία, ο Σαντιάγο φτάνει τελικά στις πυραμίδες και μετά από μία τελική, σχεδόν θανατηφόρα περιπέτεια-δοκιμασία, ανακαλύπτει πως ο θησαυρός δεν βρίσκεται εκεί, στην Αίγυπτο αλλά ….

Δεύτερη ανάγνωση του Αλχημιστή

Ο «Αλχημιστής» του Κοέλιο, κατατάσσεται μαζί με τον «Μικρό Πρίγκηπα» του Σαιντ-Εξυπερύ, τον «Σινντάρτα» του Έσσε κ.ά σε μια κατηγορία αλληγορικών έργων, τα οποία ενώ σε πρώτο επίπεδο αναφέρονται σε περιπλανήσεις και ταξίδια, ουσιαστικά, πραγματεύονται πορείες ζωής και μάλιστα πνευματικής.
Στον «Αλχημιστή», αυτή η πορεία ζωής μπορεί να διακριθεί σε κάποια στάδια. Καταρχήν, ο Σαντιάγο εγκαταλείποντας μια κοινότυπη παγιωμένη ζωή κάνει το πρώτο βήμα στον μακρύ δρόμο της εσωτερικής αναζήτησης. Θέλει να ταξιδεύει… γιατί έτσι νιώθει ελεύθερος. Ελεύθερος να αλλάζει, να βελτιώνεται, να μεταμορφώνεται. Κι έτσι γίνεται βοσκός, «ποιμένας», επομένως εν δυνάμει κάποιος που μπορεί να καθοδηγεί άλλους στο εσωτερικό μονοπάτι. Για να καθοδηγήσει όμως άλλους, πρώτα πρέπει να βρει τον εαυτό του. Αυτό θα το επιτύχει αν αφοσιωθεί στην επιδίωξη της πραγμάτωσης του Προσωπικού του Μύθου.
Αυτή είναι η πρώτη αχτίδα επίγνωσης σε κάθε εσωτερικό αναζητητή× το πρώτο βίωμα. Μόλις ληφθεί αυτή η απόφαση, «όλα στο σύμπαν συνωμοτούν για να πραγματοποιήσουμε τον προσωπικό μας μύθο». Μοιάζει η φύση να μας μιλά με σημάδια ευνοϊκά και να μας ενθαρρύνει. Η ενθάρρυνση για τον Σαντιάγο προσωποποιείται στον βασιλιά της Σαλίμ: αυτός είναι ο πρώτος του καθοδηγητής. Είναι αυτός που θα του εμφυσήσει το σθένος και την αποφασιστικότητα για το δεύτερο βήμα. Αν θέλει να προχωρήσει παραπέρα, ο Σαντιάγο οφείλει να αφήσει κατά μέρος τις προσκολλήσεις του, τις παλιές θύμησες, την Λουσία, κόρη του εμπόρου και τα αγαπημένα του πρόβατα. Αν και προς στιγμήν διστάζει, ο Σαντιάγο αποφασίζει να κάνει αυτό το δεύτερο βήμα-άλμα προς το άγνωστο μέλλον, «με την εμπιστοσύνη ενός παιδιού και με την βούληση ενός Μύστη», όπως θα έλεγε και η Ε.Π. Μπλαβάτσκυ.
Ο δρόμος του εσωτερικού αναζητητή δεν είναι στρωτός αλλά γεμάτος εμπόδια, κακοτράχαλος× αυτός όμως είναι ο δρόμος της Αρετής, αυτόν που επιλέγουν ο Ηρακλής και οι άλλοι ήρωες. Έτσι, λοιπόν κι ο δικός μας μικρός ήρωας συναντά την μία δυσκολία μετά την άλλη. Πέφτει θύμα κλοπής. Απογοητεύεται, όμως μόνο προσωρινά, ορθώνει το ανάστημά του και συνεχίζει, γιατί φέρει μαζί του, κάτι δεν του το κλέψανε: τους λίθους Ουρίμ και Τουμίμ, που του είχε χαρίσει ο βασιλιάς και που δεν είναι παρά το σύμβολο της διάκρισης. Στην πραγματικότητα, ο Σαντιάγο σε όλη την παράσταση δεν έχει ανάγκη τους λίθους, δηλαδή, την διάκριση σε υλική υπόσταση, γιατί έχει κιόλας επιτύχει την εσωτερική, βιωμένη διάκριση. Με διάκριση λοιπόν και αποφασιστικότητα, ο Σαντιάγο-μαθητής της πνευματικής ατραπού θα πορευτεί στην έρημο, που θα τον λούσει με αντανακλώμενο φως και θα πυρακτώσει την καρδιά του με σταθερή βούληση να πραγματοποιήσει τον προσωπικό του Μύθο. Και μέσα από την έρημο, θα βρει την όαση, τον τόπο όπου θα γίνει πολεμιστής του Δικαίου και συνάμα εραστής Αγάπης που ελευθερώνει και δεν περιορίζει, άξιος μαθητής άξιου δασκάλου και τελικά Μύστης-Δάσκαλος κι ο ίδιος. Η έρημος και η όαση, οι δυό όψεις του ίδιου νομίσματος, αναγνωρίζουν πια στο πρόσωπο του τον Μύστη και του παραδίδονται. Κι αυτός με την σειρά του, συντονίζεται μαζί τους, συντονίζεται με την Ψυχή του Κόσμου και ακούει την φωνή της Σιγής. Η αποκάλυψη μέσα του έχει συμβεί, η αλχημική μεταμόρφωσή του είναι δεδομένη.
Κι όμως η ψυχή ακόμα λαχταρά… Αν και βίωσε όλα τούτα, πρέπει να βιώσει και τον προσωπικό του Μύθο: όχι βέβαια το να βρει υλικό χρυσό, αλλά να βρει τον εσώτατο Χρυσό, τον εσώτατο θείο του σπινθήρα. Απομένει λοιπόν, μια τελευταία πραγμάτωση: αυτή της εύρεσης του «θησαυρού».
Μετά από μια τελική, υπέρτατη δοκιμασία ο αλλαγμένος, ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ άνθρωπος Σαντιάγο, θα συνειδητοποιήσει τα λόγια του δασκάλου του: «εκεί που είναι η καρδιά σου, εκεί είναι κι ο θησαυρός σου» όταν θα αντιληφθεί πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο θησαυρός δεν ήταν παρά στο σημείο της αφετηρίας του, ακριβώς στο ορμητήριο του. Όμως παρόλο που ο θησαυρός φώλιαζε στον πυρήνα της ύπαρξής του, ήταν αναγκαίο να πραγματοποιήσει όλο αυτό το ταξίδι, προκειμένου να αποκτήσει την κατάλληλη όραση-διόραση για να δει την Αλήθεια, «να γίνει αυτό που Είναι», όπως θα έλεγε και ο σύγχρονος Μύστης, ένας άλλου τύπου Αλχημιστής, ο Ράμανα Μαχάρσι.

Ο ΑΛΧΗΜΙΣΤΗΣ

"AN AYTO ΠΟΥ ΒΡΗΚΕΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΥΛΗ ΣΤΗΝ ΚΑΘΑΡΗ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗ ,ΠΟΤΕ ΔΕ ΘΑ ΣΑΠΙΣΕΙ.
ΚΑΙ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙΣ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙΣ.ΑΝ ΕΠΡΟΚΕΙΤΟ ΜOΝΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΛΑΜΨΗ
ΦΩΤΟΣ ,ΣΑΝ ΤΗΝ ΕΚΡΗΞΗ ΕΝΟΣ ΑΣΤΕΡΙΟΥ,ΤΟΤΕ ΔΕ ΘΑ ΒΡΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ ΟΤΑΝ ΕΠΙΣΤΡΕΨΕΙΣ.ΘΑ
ΕΧΕΙΣ ΔΕΙ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΕΚΡΗΞΗ ΦΩΤΟΣ. ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓIΑ ΑΥΤΟ ΑΞΙΖΕ ΤΟΝ ΚΟΠΟ."

-Είναι δυνάμεις που φαίνονται κακές, αλλά στην πραγματικότητα σου διδάσκουν πως να εκπληρώσεις τον Προσωπικό Μύθο σου. Προετοιμάζουν το πνεύμα και τη θέλησή σου, γιατί πάνω σ' αυτό τον πλανήτη υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια : όποιος κι αν είσαι, ό,τι κι αν κάνεις, όταν επιδιώξεις κάτι, σημαίνει ότι η επιθυμία σου πηγάζει από την Ψυχή του Κόσμου. Είναι η αποστολή σου πάνω στη Γη.
-Ακόμη κι αν θέλεις μόνο να ταξιδεύεις ? Ή να παντρευτείς την κόρη ενός εμπόρου υφασμάτων ?
-Ή ν' αναζητήσεις ένα θησαυρό. Η Ψυχή του Κόσμου τρέφεται από την ευτυχία των ανθρώπων. Ή από τη δυστυχία, το φθόνο, τη ζήλια. Η εκπλήρωση του Προσωπικού του Μύθου, αυτό είναι το μοναδικό χρέος του ανθρώπου.Τα πάντα είναι ένα και μοναδικό πράγμα. Κι όταν επιδιώξεις κάτι, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να γίνει όπως επιθυμείς.

...

-Οι καρδιές βοηθούν πάντα τους ανθρώπους ? ρώτησε το αγόρι τον αλχημιστή.
-Μόνο εκείνους που ζουν τον Προσωπικό τους Μύθο. Αλλά βοηθούν πολύ τα παιδιά, τους μεθύστακες και τους ηλικιωμένους.

Όπου είναι η καρδιά σου, εκεί και ο θησαυρός σου.
Και πρέπει οπωσδήποτε να βρεις το θησαυρό σου, για να έχουν νόημα όσα έχεις ανακαλύψει στο δρόμο σου.
Όταν αγαπά κανείς, δεν έχει ανάγκη να καταλάβει τι συμβαίνει, γιατί από εκείνη τη στιγμή όλα συμβαίνουν μέσα του.
Όταν αγαπά κανείς, τα πράγματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο νόημα.

''..Το αγόρι εξακολουθούσε ν' ακούει την καρδιά του, ενώ προχωρούσαν στην έρημο. Σιγά σιγά έμαθε τις πονηριές και τα κόλπα της, έμαθε να τη δέχεται όπως ήταν. Τότε το αγόρι έπαψε να φοβάται, γιατί ένα απόγευμα η καρδιά του του είπε ότι ήταν ευχαριστημένη. <<Μπορεί να διαμαρτύρομαι μερικές φορές>> έλεγε η καρδιά του , << επειδή είμαι μια καρδιά ανθρώπου και οι καρδιές των ανθρώπων είναι έτσι. Φοβούνται να πραγματοποιήσουν τα μεγαλύτερα τους όνειρα επειδή νομίζουν ότι δεν το αξίζουν η ότι δεν θα τα καταφέρουν. Εμείς οι καρδιές πεθαίνουμε από το φόβο μόνο και μόνο που σκεφτόμαστε αγάπες που έφυγαν για πάντα, στιγμές που θα μπορούσαν να είναι καλές και δεν ήταν, θησαυρούς που θα μπορούσαν να είχαν ανακαλυφθεί κ' όμως έμειναν για πάντα θαμμένοι στην άμμο. Γιατί όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει στο τέλος υποφέρουμε πολύ.
-Η καρδιά μου φοβάται τον πόνο, είπε το αγόρι
-Πες της ότι ο φόβος του πόνου είναι χειρότερος και από τον ίδιο τον πόνο. Και ότι καμία καρδιά δεν υπέφερε ποτέ όταν ξεκίνησε να αναζητήσει τα όνειρα της, γιατί κάθε στιγμή αναζήτησης είναι μια στιγμή συνάντησης με την αιωνιότητα.''

"Ο αλχημιστής" | Κοέλο Πάουλο
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ



Enigma - Beyond The Invisible



I look into the mirror
See myself, I'm over me
I need space for my desires
Have to dive into my fantasies
I know as soon as I'll arrive
Everything is possible
Cause no one has to hide
Beyond the invisible

Sajaja bramani totari ta, raitata raitata, radu ridu raitata, rota
The brave and wise men came together on horse

Close your eyes
Just feel and realize
It is real and not a dream
I'm in you and you're in me
It is time
To break the chains of life
If you follow you will see
What's beyond reality

Ne irascaris Domine,
ne ultra memineris iniquitatis:
ecce civitas Sancti facta est deserta:
Sion deserta facta est:
Ierusalem desolata est:
domus sanctificationis tuae et gloriae tuae Do not be angry Lord,

or remember iniquity forever:
behold the Holy City is a desert:
Sion is mad a desert:
Jerusalem is desolate:
the house of your holiness and glory

Close your eyes
Just feel and realize
It is real and not a dream
I'm in you and you're in me
It is time
To break the chains of life
If you follow you will see
What's beyond reality





Enigma - Age Of Loneliness



(Curly M.C.)
.
Mongolian Chant
Tosonguyn Oroygoor Toosrood
.
Carly don't be sad
Life is crazy
Life is mad
Don't be afraid
Carly Don't be sad
That's your destiny
The only chance
Take it, take it in your hands





Enigma - Goodbye Milky Way



Shall I go, shall I stay
107 light years away
many times, so many doubts
But no reason to talk about

Mission is over, mission is done
I will miss you, children of the sun
But it's time to go away
Goodbye milky way

For a better world without hate
Follow your heart, believe in fate
Only visions and the mind
Will guide you to the light

Mission is over mission is done
I will miss you children of the sun
But it's time to go away
Goodbye milky way

Mission is over, mission is done
I will miss you children of the sun
I go home until someday
I say goodbye, goodbye milky way

In 5 bilions years the Andromeda galaxy will collide with our milky way
A new gigantic Cosmic world will be born


27 Σεπτεμβρίου 2009

Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ



«Ζηλεύω το κάθε τι που η ομορφιά του είναι αθάνατη. Ζηλεύω την ομορφιά αυτού του πορτραίτου Γιατί να την κρατήσει αφού εγώ θα την χάσω ;Κάθε στιγμή που περνάει αρπάζει κάτι από μένα και τη δίνει σ αυτό. Ω να γινόταν αλλιώς Αν μπορούσε ν αλλάζει η εικόνα, κι εγώ νά'μαι πάντα ότι είμαι τώρα !Γιατί τη ζωγράφισες ; Κάποια μέρα θα με ειρωνεύεται, θα με ειρωνεύεται φρικτά.»

"Οscar Wilde"
Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ
Απόσπασμα


...

Ένα τέταρτο αργότερα και μέσα σε θυελλώδη χειροκροτήματα, η Σύμπιλ Βέιν ανέβηκε στη σκηνή. Ναι, ήταν πράγματι χάρμα οφθαλμών – ένα απ’ τα ωραιότερα πλάσματα που μπορεί να συναντήσει ο άνθρωπος στη ζωή του, σκεφτόταν ο λόρδος Χένρι. Είχε κάτι ελαφίσιο η συνεσταλμένη χάρη και τα μεγάλα τρομαγμένα μάτια της. Ένα απαλό κοκκίνισμα, σαν τη σκιά ενός ρόδου σε ασημένιο καθρέφτη, απλώθηκε στα μάγουλα της όταν αντίκρισε την κατάμεστη αίθουσα με το ενθουσιώδες κοινό. Έκανε μερικά βήματα πίσω και τα χείλη της σαν να τρεμούλιασαν. Ο Μπάζιλ Χόλγουορντ πετάχτηκε όρθιος και άρχισε να χειροκροτεί. Ασάλευτος, σαν μέσα σε όνειρο, ο Ντόριαν Γκρέι καθόταν και την κοιτούσε. Ο λόρδος Χένρι την παρατηρούσε με τα κιάλια του και μουρμούρισε: “Γοητευτική! Γοητευτικότατη!”.

Η σκηνη διαδραματιζοταν στη μεγαλη σαλα του μεγαρου του Καπουλετου και ο Ρωμαιος, ντυμενος προσκυνητης, ειχε μολις μπει μαζι με τον Μερκουτιο και τους αλλους φιλους του. Η ορχηστρα – ο Θεος να την κανει ορχηστρα – επαιξε μερικα μετρα και αρχισε ο χορος.

Αναμεσα στο συρφετο των αγαρμπων, κακοντυμενων ηθοποιων, η Συμπιλ Βειν κινιοταν σαν πλασμα απο εναν ανωτερο κοσμο. Χορευε απαλα και το κορμι της λικνιζοταν οπως σαλευει ενα φυτο μες το νερο. Η καμπυλη του λαιμου της ηταν η καμπυλη ενος λευκου κρινου. Τα χερια της εμοιαζαν καμωμενα απο δροσατο ελεφαντοδοντο.

Κι ομως ηταν περιεργα απαθης. Δεν εδειξε κανενα σημαδι χαρας οταν τα ματια της σταθηκαν στον Ρωμαιο. Τα λιγα λογια που ειχε να πει:

-Καλε προσκυνητη, αδικεις τα χερια σου, που δειχνουνε σεμνα το σεβασμο τους. Τα χερια των πιστων το χερι αγγιζουνε του αγιου, κι ειν’ ασπασμος το σμιξιμο τους.

οπως και τον συντομο διαλογο που ακολουθει τα ειπε με τροπο εντελως ψευτικο. Η φωνη της ηταν εξαισια, αλλα απο αποψη τονου ολωσδιολου λαθεμενη. Ο χρωματισμος της ηταν απαραδεκτος. Αφαιρουσε απο τους στιχους ολη τη ζωντανια. Εκανε το παθος αφυσικο.

Ο Ντοριαν Γκρει χλωμιασε καθως την παρακολουθουσε. Ειχε σαστισει κι ηταν ανησυχος. Κανεις απο τους φιλους του σεν τολμησε να πει κατι. Τους φαινοταν εντελως αταλαντη. Ειχαν απογοητευτει τρομερα.

Ωστοσο, ηξεραν οτι η σκηνη οπου κρινεται μια Ιουλιετα ειανι η σκηνη του μπαλκονιου στη δευτερη πραξη. Και την περιμεναν. Αν το κοριτσι αποτυχαινε και εκει, τοτε δεν θ’αξιζε τιποτε.

Ηταν πολυ γοητευτικη οταν εμφανιστηκε κατω απ’το φεγγαροφωτο. Αυτο κανεις δεν θα μπορουσε να το αρνηθει. Αλλα το παιξιμο της ηταν ανυποφορο και οσο συνεχιζε χειροτερευε. Οι κινησεις της εγιναν γελοια αφυσικες. Τονιζε υπερβολικα το καθετι που ειχε να πει. Το ωραιο κομματι:

-Ξερεις που η μασκα της νυχτος κρυβει το προσωπο μου, αλλιως το χρωμα της ντροπης θα ‘βλεπες να μου βαφει την οψη, γι’αυτα που ακουσες αποψε να προφερω.

το απηγγειλε με την οδυνηρη ακριβεια μαθητριας που εμαθε απαγγελια απο εναν δευτερης σειρας καθηγητη ορθοφωνιας. Οταν εγειρε στο μπαλκονι και εφτασε σ’εκεινους τους θεσπεσιους στιχους:

-Μολο που ‘σαι η χαρα μου, τουτη τη σημερινη ενωση μας δεν τη χαιρομαι, ηρθε πολυ γοργα, πολυ μεμιας, πολυ αναπαντεχα, πολυ σαν μια αστραπη, που σβηνει πριν προλαβει να πει κανεις – αστραφτει - . καληνυχτα, αγαπημενε! Ισως το τρυφερο τουτο μπουμπουκι της αγαπης, στης ανοιξης τη ζωογονα ανασα να γινει ενα ομορφο λουλουδι ως να ιδωθουμε παλι.

ειπε τα λογια σαν να μην σημαιναν γι’αυτην απολυτως τιποτε. Δεν ηταν απο νευρικοτητα. Πραγματικα, οχι μονο δεν ηταν νευρικη, εδειχνε και ικανοποιημενη απο τον εαυτο της επιπλεον. Ηταν απλως κακιστη ηθοποιια. Αυτη η κοπελα ηταν ενα απολυτο φιασκο.

Ακομα και το αμορφωτο, λαικο κοινο της πλατειας και του εξωστη εχασε καθε ενδιαφερον για το εργο. Αρχισαν να κανουν φασαρια, να μιλανε δυνατα και να σφυριζουν. Ο εβραιος θεατρωνης, που στεκοταν ορθιος πισω απο τις θεσεις των επισημων, χτυπουσε τα ποδια του στο πατωμα και βλαστημουσε οργισμενος. Η μονη που εμενε αταραχη ηταν η ιδια η κοπελα.

Με το που τελειωσε η δευτερη πραξη, ξεσπασε θυελλα απο σφυριγματα και ο λορδος Χενρι σηκωθηκε απο την καρεκλα του και φορεσε το παλτο του. “Ειναι πολυ ομορφη, Ντοριαν” ειπε “αλλα δεν ειναι ηθοποιος. Παμε να φυγουμε”.

"Εγω θα μεινω να το δω ως το τελος” απαντησε ο νεος με σκληρη πικραμενη φωνη. “Λυπαμαι αφανταστα που σε εκανα να χασεις την βραδια σου αδικα Χαρι. Ζητω συγγνωμη κι απο τους δυο σας”.

“Αγαπητε μου Ντοριαν, εγω θα ελεγα οτι η δεσποινις Βειν ηταν αρρωστη αποψε” παρενεβη ο Χολγουορντ. “Θα ξαναρθουμε μιαν αλλη φορα”.

“Μακαρι να ηταν αρρωστη” απαντησε ο νεος. “ Μου φαινεται ομως οτι απλως ειναι αναισθητη και ψυχρη. Εχει αλλαξει εντελως. Χτες βραδυ ηταν μια μεγαλη καλλιτεχνιδα. Αποψε ειναι μονο μια κοινη, μετριοτατη θεατρινα”.

“ Μην μιλας ετσι για καποια που αγαπας , Ντοριαν. Ο ερωτας ειναι κατι πιο υπεροχο ακομα και απο την τεχνη”.

“Και τα δυο ειναι μορφες μιμησης” παρατηρησε ο λορδος Χενρι. “ Ας πηγαινουμε ομως Ντοριαν, δεν πρεπει να μεινεις αλλο εδω. Η κακη υποκριτικη ειναι βλαβερη για το ηθικο του ανθρωπου. Εξαλλου, δεν νομιζω οτι θα ηθελες η συζυγος σου να παιζει στο θεατρο. Τι σημασια εχει λοιπον αν παιζει την Ιουλιετα σαν ξυλινη κουκλα? Ειναι πολυ ομορφη, κι αν ξερει τοσο λιγα απο τη ζωη οσο κι απο την τεχνη του ηθοποιου, θα ειναι για σενα μια υπεροχη εμπειρια. Υπαρχουν μονο δυο ειδη ανθρωπων που ειναι αληθινα σαγηνευτικοι: οι ανθρωποι που ξερουν τα παντα κι οι ανθρωποι που δεν ξερουν απολυτως τιποτε. Για τον Θεο, καλο μου παιδι, μην παιρνεις αυτο το τραγικο υφος! Το μυστικο για να μενεις παντοτινα νεος ειναι να μην τρεφεις ποτε συναισθηματα που δεν σου ταιριαζουν. Ελα στη λεσχη μαζι με τον Μπαζιλ κι εμενα. Θα καπνισουμε τσιγαρα και θα πιουμε στην ομορφια της Σιμπιλ Βειν. Γιατι ειναι πανεμορφη. Τι περισσοτερο θελεις?”.

“ Φυγε Χαρι” φωναξε ο νεος. “Θελω να μεινω μονος. Μπαζιλ, πρεπει να φυγεις. Μα δεν καταλαβαινετε οτι εχει ραγισει η καρδια μου?” καυτα δακρυα ανεβηκαν στα ματια του και τα χειλη του αρχισαν να τρεμουν. Ορμησε στο πισω μερος του θεωρειου, ακουμπησε πανω στον τοιχο και εκρυψε το προσωπο του μεσα στα χερια του.

“Παμε Μπαζιλ” ειπε ο λορδος Χενρι με μια παραξενη τρυφεροτητα στη φωνη του και οι δυο νεοι αντρες εφυγαν μαζι.

Λιγα λεπτα αργοτερα αναψαν τα φωτα της ραμπας και σηκωθηκε η αυλαια για την τριτη πραξη. Ο Ντοριαν Γκρει επεστρεψε στη θεση του. Ηταν χλωμος, αγερωχος κι αδιαφορος. Το εργο σερνοταν και εμοιαζε ατελειωτο. Οι μισοι θεατες σηκωθηκαν κι εφυγαν πατωντας βαρια με τις χοντρες τους μποτες και γελωντας. Ολη η παρασταση ηταν ενα μεγαλο φιασκο. Η τελευταια πραξη παιχτηκε με τους παγκους της πλατειας σχεδον αδειους. Η αυλαια κατεβηκε μεσα σε χαχανα και σκορπια γρυλισματα αποδοκιμασιας.

...

Αυτός, Ο Ντ. Γκρέϋ, έχει γίνει η τέχνη μου τώρα, είπε ο ζωγράφος Μπαζίλ σοβαρά. -Πότε πότε σκέφτομαι, πως πρέπει μονάχα δύο να είναι οι σταθμοί που έχουν κάποια σημασία στην ιστορία του κόσμου.
Ο πρώτος είναι όταν εμφανίζεται κάποιο νέο μέσον για την τέχνη. Ο δεύτερος όταν ανακαλύπτεται μια νέα προσωπικότητα για την τέχνη επίσης.
Ότι ήταν η ανακάλυψη της λαδομπογιάς για τους Βενετούς, το πρόσωπο του Αντίνου για τους Έλληνες γλύπτες, κάποια μέρα το πρόσωπο του Ντόριαν Γκρέϋ θα είναι και για μένα!
Δεν τον ζωγραφίζω απλά και τελείωσε. Είναι κάτι περισσότερο από μοντέλο για μένα! Δεν μπορώ να πω πως η τέχνη δεν μπορεί να αποδώσει τέτοια μεγάλη ομορφιά! Δεν υπάρχει τίποτα που η τέχνη να μην μπορεί να να καθρεφτίσει!
Αλλά κατά κάποιο τρόπο - αναρωτιέμαι αν με καταλαβαίνεις- η προσωπικότητά του με έχει επηρεάσει στο σημείο που να μου αλλάξει το στύλ. Βλέπω και κρίνω διαφορετικά τα πράγματα τώρα. Μπορώ τώρα πια, να αναδημιουργήσω τη ζωή πάνω στο πανί με έναν άλλο τρόπο που δεν γνώριζα ως τώρα! Η απλή παρουσία αυτού του αγοριού,-είναι για μένα άγγουρο αγόρι κι ας έχει περάσει τα 20,- η απλή ορατή παρουσία του! Με σεριανάει σε ένα καινούργιο μονοπάτι, που έχει σαν κλειδί την αρμονία της ψυχής και σώματος. ΈΡτσι νοιώθω μαζί όλο το πάθος του ρομαντισμού και όλη την τελειότητα του Ελληνισμού! Εμείς στην αιώνια πάλη μας χωρίσαμε την ψυχή από το σώμα και βάλαμε ένα ρεαλισμό χυδαίο, μια κενή ιδεολογία!

Η παράσταση ήταν αποτυχημένη, το κοινό εγκατέλειπε την αίθουσα δείχνοντας τη δυσαρέσκειά του. Μόλις τελείωσε, ο Ντ. Γκρέϋ έτρεξε πίσω από την σκηνή, στα καμαρίνια. Το κορίτσι, η Βέϊν, στεκόταν εκεί μόνο, με μια έκφραση θριάμου στο πρόσωπο. Τα μάτια της έκαιγαν με τρομερή φωτιά. Αχτινοβολούσε. Τα χωρισμένα χείλη της χαμογελούσαν για κάποιο δικό τους μυστικό.
Μόλις μπήκε τον κοίταξε και μιά έκφραση απεριόριστης χαράς καθρεφτίστηκε πάνω της. -Πόσο ασχημα έπαιξα απόψε, Ντόριαν! φώναξε.
-Φοβερά! απάντησε εκείνος κοιτάζοντάς την έκπληκτος, Φοβερά! Ήταν απαίσιο. Είσαι άρρωστη? Δεν έχεις ιδέα τι ήταν. Δεν έχεις ιδέα τι υπέφερα.
Το κορίτσι χαμογέλασε. -Ντόριαν, απάντησε τραγουδώντας τ'όνομά του με μια βαθιά γλυκιά φωνή, σν να'ταν γλυκύτερο από μέλι στα κόκκινα πέταλα των χειλιών της, -Ντόριαν, θα'πρεπε να'χεις καταλάβει. Αλλά τώρα καταλαβαίνεις, δεν είν' έτσι ?
-Τι να καταλάβω, ρώτησε θυμωμένος.
-Γιατί ήμουν τόσο άσχημη απόψε. Γιατί πάντα θα είμαι έτσι. Γιατί ποτέ μου δεν θα ξαναπαίξω όμορφα.
Ανασήκωσε τους Ώμους του. -Είσαι άρρωστη υποθέτω. Όταν είσαι άρρωστη δεν πρέπει να παίζεις. Γελοιοποιείσαι. Οι φίλοι μου βαρέθηκαν. Εγώ ο ίδιος βαρέθηκα.
Έμοιαζε να μην τον ακούει. Ήταν μεταμορφωμένη από χαρά.
-Ντόριαν,Ντόριαν, φώναξε, πρίν σε γνωρίσω το θέατρο ήταν η μόνη πραγματικότητα της ζωής μου. Μόνο στο θέατρο ζούσα. Πίστευα πως όλα ήταν αληθινά. Ήμουν η Ρόζαλιντ μια νύχτα, η Πόρσια μιαν άλλη. Η χαρά της Βεατρίκης ήταν χαρά μου και οι λύπες της Κορδελίας δικές μου επίσης! Τα ζωγραφιστά σκηνικά ήταν ο κόσμος μου. Δεν ήξερα τίποτα παρά σκιές. Ήρθες, ω υπέροχη αγάπη μου, κι ελευθέρωσες την ψυχή μου από την φυλακή. Μ'εμαθες τι είναι η πραγματικότητα. Απόψε για πρώτη φορά στην ζωή μου, είδα μέσα στην ψευτιά και την υποκρισία, την ηλιθιότητα και την κενότητα του έργου που έπεζα πάντα. Απόψε για πρώτη μου φορά συνειδητοποίησα πως ο Ρωμαίος ήταν απαίσιος και γέρος και μπογιατισμένος, πως το φεγγαρόφως στο μπαλκόνι ήταν ψεύτικο, πως το σκηνικό ήταν χυδαίο και πως οι λέξεις που είχα να πω ηταν αναληθείς, δεν ήταν οι λέξεις μου, δεν ήταν αυτό που ήθελα να πώ.
Με έφερες σε κάτι υψηλότερο. Κάτι του οποίου η τέχνη όλη δεν είναι παρά η αντανάκλαση. Αγάπη μου ! αγάπη μου! Ωραίε πρίγκηπα, Πρίγκηπα της ζωής! Βαρέθηκα τις σκιές. Τι μπορούν να ξέρουν αυτοί για μιαν αγάπη σαν την δική μας? Πάρε με Ντόριαν, Πάρε με μακρυά μαζί σου. Σηχαίνομαι την σκηνή!Μπορώ να μιμηθώ κάποιο πάθος που δεν νοιώθω, μα δεν μπορώ να μιμηθώ ότι με καίει σαν φωτιά!
Ο Ντόριαν αφέθηκε να πέσει σ'έναν καναπέ και γύρισε το πρόσωπό του μακρυά.
-Σκότωσες την αγάπη μου, της ψυθίρισε.
Τον κοίταξε με απορία και γέλεσε. Τον πλησίασε και με τα δάκτυλα του χάϊδεψε το κεφάλι. Γονάτισε και πίεσε τα χέρια του στα χείλη της. Αποτραβήχτηκε και μια ανατριχίλα τον διαπέρασε. Ύστερα σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα. -Ναι, φώναξε, Σκότωσες την αγάπη μου. Ξεσήκωνες την φαντασία μου. Τώρα δεν παρακινείς ούτε την περιέργειά μου! Απλά δεν προκαλείς τίποτα. Σε αγάπησα γιατί ήσουν υπέροχη, γιατί είχες ταλέντο και πνεύμα, γιατί πραγματοποιούσες όνειρα μεγάλων ποιητών και έδινες σχήμα και υπόσταση στις σκιές της τέχνης. Τα πέταξες όλα μακρυά. Είσαι ρηχή και ηλίθια. Θεέ μου, πόσο τρελός ήμουν να σε αγαπήσω! Τι Ηλίθιος Δεν είσαι τίποτα τώρα για μένα. Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ, ποτέ δεν θα σε ξανασκεφτώ, ποτέ δεν θα αναφέρω το όνομά σου!! Πόσα λίγα πρέπει να ξέρεις από Αγάπη, όταν λες πως σου χαλάει την τέχνη! Χωρίς την τέχνη σου είσαι ένα Τίποτα, Μια θεατρίνα τρίτης ποιότητας με ένα όμορφο πρόσωπο!

...

"Οscar Wilde"
Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ
Απόσπασμα




Ένα από τα πιο ανορθόδοξα μυθιστορήματα της νεότερης εποχής, το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ, αφηγείται τη συγκλονιστική ιστορία του ηδονοθήρα Ντόριαν, ο οποίος, συνεπαρμένος από το εξαιρετικά όμορφο πορτρέτο που του φιλοτεχνεί ο ζωγράφος Μπάζιλ Χόλγορτ, πουλάει την ψυχή του στον διάβολο με αντάλλαγμα την αιώνια νεότητα και το αιώνιο κάλλος. Υπό την επιρροή του φίλου του, του λόρδου Χάρι Γουότον, ο Ντόριαν θα παραδοθεί σε έναν ακόλαστο τρόπο ζωής, τον οποίο κρατά κρυφό από την υψηλή κοινωνία, στα μάτια της οποίας παραμένει ένας τζέντλεμαν. Σε αντίθεση με το άψογο παρουσιαστικό του, το πορτρέτο φέρει τα σημάδια της φθοράς του. Τα χρόνια περνούν και στη ζωή του Ντόριαν επέρχεται δυστυχία. Αντικρίζοντας τον παλιό του εαυτό φυλακισμένο σε ένα πίνακα, ο Ντόριαν βιώνει την εσωτερική κατάρρευση, η οποία, όμως, είναι μη αναστρέψιμη. Όμως η μυστηριώδης συμπεριφορά του έχει αρχίσει να δημιουργεί υποψίες στο κοντινό του περιβάλλον...

Ένα επίσης πολύ αγαπημένο βιβλίο που δεν ξέρω γιατί άργησα τόσο πολύ να το διαβάσω...


God Is An Astronaut - Twilight




Αν ήταν όλα αλλιώς

Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας...
Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει...
Αν στην προβλήτα μας περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε...
Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι...
Τι απερισκεψία κι αυτή! Πάντα τους ληστές τούς περνούσαμε για κατατρεγμένους.
Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε τις καταιγίδες...
Αν δεν είχαμε μπερδέψει τα σημεία του ορίζοντα και περιμέναμε να βγει ο ήλιος από τη δύση...
Πόσος χαμένος χρόνος, αλήθεια!
Aν... Αν...
Αν ήταν όλα... αλλιώς! Μα τότε, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;

Αύριο θα φτιάξω στον αργαλειό εκείνη τη βάρκα που σχεδίασα, με τιμονιέρη το γλάρο... Αύριο θα πάω στο λιμανάκι από νωρίς, να δω τις ανθισμένες πικροδάφνες... Αύριο θα βάψω τα μαλλιά μου κόκκινα και θα αγοράσω το πράσινο φουλάρι που μου άρεσε... Αύριο... Αύριο...
Αχ, αυτές οι μικρές, ασήμαντες επενδύσεις στο αύριο, που σε βγάζουν τελικά από τη λασπουριά σου. Τι πολύτιμη συνταγή!

Γλυκά γλυκά, κοντά στη σόμπα ή στο ανοιχτό παράθυρο, χαϊδολογούσε την ψυχή της και την αποκοίμιζε. Πολύ θέλει η ψυχή για να αρχίσει να βυζαίνει το δάχτυλό της;



Μερικά ακόμη αποσπάσματα όπως καταλάβατε ήδη, μιας από τις αγαπημένες μου Ελληνίδες συγγραφείς. Αυτό το βιβλίο το αφιερώνω στο καλοκαίρι του 2009

Αν ήταν όλα αλλιώς
Αλκυόνη Παπαδάκη
Απόσπασμα


Τσανακλίδου Τάνια - Μια Αγάπη Μικρή




Απόψε η αγάπη μας θα γίνει ένα τραγούδι
στ’ αστέρια θα φτάσει ψηλά
ζωής λευκό λουλούδι.
Μη με ρωτάς γιατί πονώ
τα μάτια σου όταν κοιτάζω
βαθιά κρυμμένο μυστικό
το βλέμμα σου φορώ
κι αλλάζω.

Πίστεψα κι άφησα γι' άλλη μια φορά
τη φωτιά της ψυχής να μ' αγγίξει ξανά
με πράγματα, λόγια δικά μας μοναδικά
μιας αγάπης μικρής η βροχή ξεκινά
Μη σταματάς.

Στα όνειρά μας έρχεται, τα δίνει και τα παίρνει
Δεν ξέρω αν θ’ αντέξουμε σε αυτό
το κάτι που μας δένει.
Το χέρι μου στο στήθος σου
χαράζει μιαν αλήθεια
στο βάθος του ορίζοντα ο έρωτας
δε γίνεται συνήθεια.

Πίστεψε κι άφησε γι' άλλη μια φορά
τη φωτιά της ψυχής να σ' αγγίξει ξανά
με πράγματα, λόγια δικά μας μοναδικά
μιας αγάπης μικρής η βροχή σταματά.

Μη σταματάς
Να μ' αγαπάς.
Μη σταματάς
Να μ' αγαπάς...

Στίχοι: Τάνια Τσανακλίδου
Μουσική: Μιχάλης Δέλτα
Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου



 

Στον ίσκιο των πουλιών

Είναι κάτι νύχτες, που τ αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου.
Είναι κάτι νύχτες, που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμα κι οι πέτρες.
Και τα ξερά κλαδιά.
Αυτές τις νύχτες προτιμά να σε θυμάται η μοναξιά σου.
Κι έρχεται ακάλεστη. Χωρίς να χτυπήσει ούτε καν την πόρτα,
να ρωτήσει αν δέχεσαι επισκέψεις. Χωρίς να κρατά η αφιλότιμη,
ούτ' ένα λουλουδάκι. Ούτ΄ ένα γλυκό, μπας και σε ξεγελάσει.
Θρονιάζεται στην ψυχή σου κι ανάβει προκλητικά το τσιγαράκι της.
"Αυτά! Πού είχαμε μείνει;"
Σου λέει μ όλο το θράσος της και σε κοιτά κατάματα.
Είν αυτές οι νύχτες, που τ' άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν.
Είν αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που
έχουν τα μάτια της μοναξιάς.
Ίδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα.

Μια άνοιξη σκληρή, ανελέητη, που έστηνε καρτέρι στα χελιδόνια και τα παγίδευε, για να κάνουν τραγούδι τα όνειρά της.
Αν έπεφταν, λέει, μόνο τα χελιδόνια στην παγίδα της άνοιξης...
Αν γινόταν, λέει, όλα τα όνειρα τραγούδι... Αν... Αλλά που...

-Ό,τι πεις. Πίστευε και μη ερεύνα. Τζιζζ η έρευνα, κουμπάρεεε!... Μόνο τα δικά μου ξέρετε ν' αναμασάτε. Και σας διαφεύγει πως η καρδιές είναι ελεύθερες, σαν τις πεταλούδες. Μπορούνε να πετούνε σ' όλα τα άνθη. Ακόμα και σ' αυτά που κρύβει το σποράκι τους δηλητήριο.

Μήπως θέλει πολύ η ψυχή για ν' ανθίσει; Μήπως θέλει πολύ για να σαλπάρει στ' όνειρο; Ένα ελαφρό αεράκι κι έφυγε..
Λένε πως ο κατήφορος έχει μόνο αρχή. Λένε πως όταν φτάσεις ως την άκρη του γκρεμού και δώσεις τη βουτιά, φταίει το κεφάλι σου που δεν σε κράτησε. Και στο τέλος, αν κάποιος άλλος σου κατάφερε την τελική σπρωξιά, δικός σου καλεσμένος ήταν. Παρεάκι σου.
Μόνο που όποιοι τα κηρύττουν όλ' αυτά, δεν είδαν ποτέ τη θέα από την τελευταία πέτρα του γκρεμού. Βαδίζουν πάντα επί του ασφαλούς. Και το κακό μ' αυτούς είναι πως συνήθως έχουν δίκιο. Διαθέτουν ατσάλινα επιχειρήματα. Στο τέλος, σου γανώνουν το μυαλό.
Όμως... Αν έφτασες ως εκεί... Λέμε αν... Αν έφτασες ως εκεί γιατί βιαζόσουνα να μάθεις, τι γίνεται πιο κάτω; Αν είχες πάρει φόρα, γιατί φοβόσουνα μη στήσεις την αγάπη; Αν στο ίσιωμα, που γνώρισες τα κολλητάρια σου, σου χάρισαν το ρούχο της άνοιξης και σε ξελόγιασαν; Κι εσύ πάλι... Ήταν ανάγκη να το φορέσεις κατάσαρκα και να πετάξεις, σαν ηλίθιος, τη στολή παραλλαγής που σου 'ραψε η μάνα σου;
Λέμε κι εμείς... Διάφορα. Μόνο οι άλλοι θα λένε; Σίγουρα πάντως, την ώρα της πτώσης, έβγαλες μια δυνατή φωνή: "Αγάπη!" κραύγασες. "Αγάπη!" . Οι πάντες ορκίζονται πως δε σ' άκουσαν. Τι φταις εσύ , αν δεν βρέθηκε κάποιος να σου έχει πει πως κι η αγάπη, όταν γίνεται κραυγή, τρομάζει...
Η αγάπη είναι στο κουκούτσι. Κι εσύ βρίσκεσαι στη φλούδα.
Η αγάπη είναι στο κουκούτσι. Η φλούδα είναι πόρνη.
Είναι η οργή η άτιμη... Η πατικωμένη οργή που όταν βρει μέρος αχαμνό κι αρχίσει να πετιέται, αν δεν τα κάνει όλα λίμπα, δε χορταίνει. Κι άντε να βρεις μετά κουράγιο να μαζεύεις τα γυαλιά. Άντε να βρεις καρδιά για το συγύρισμα. Και τι συγύρισμα να κάμεις μ' αυτά που απόμειναν; Που να βάλεις τα ρημάδια τα λουλούδια , που στέκεις σαν ηλίθιος και κρατάς; Αφού το 'καμες θρύψαλα το ανθόγυαλο...
"Θα μ'αγαπάς πάντα, Βαγγελίτσα;" Αχ, αυτό το "πάντα" στα χείλη των ανθρώπων! Τ' ακούν οι Αγγέλοι και παίζουν φυσαρμόνικα. Κι ύστερα, μόλις τελειώσει το τραγούδι, τρέχουν και κρύβονται, μην τους μαλώσει ο Θεός.
Λες και σε προειδοποιεί ποτέ το κακό. Λες και σου κάνει νόημα η κακιά ώρα. Σιγά μη σου φωνάζει: "Έι, ψιτ! Ψιτ! Κοίτααα! Σου 'ρχομαι..." Έτσι είναι αυτά τα χτυπήματα. Γίνονται πισώπλατα. Την ώρα που είσαι ανοχύρωτος. Την ώρα που έχεις χαλαρώσει κι απολαμβάνεις το άρωμα της βροχής. Έτσι είναι... Την άνοιξη μπορεί να τη σκοτώσει ξαφνικά, μπροστά στα μάτια σου, ένα χελιδόνι. Κάποιο το ξέρουνε αυτό, πολύ καλά.
Είν' αυτές οι άσχετες σκέψεις που βάζει μπροστά σου σαν ανάχωμα το μυαλό, για να σε κρατά λίγο πιο πέρα από την κραυγή.
Πάντα φεύγω. Φεύγω, φεύγω, και πάντα φτάνω εκεί ακριβώς απ' όπου έχω φύγει... Μια ατέρμονη, αδιέξοδη φυγή. Σαν λιποταξία. Μακάρι να μπορούσα να φύγω κάποτε να φύγω από τη φυγή μου. Μα μου φαίνεται πως είναι αργά πια. Σουρούπωσε...
Που να καταλάβει ο "κερατάκης" πως η εθελοτυφλία είναι το έσχατο μονοπάτι για να περάσεις ξυστά από το σκατόλακκο... Έτσι και κάνεις πως ανοίγεις τα ματάκια σου για ν' αντικρίσεις το τοπίο, πάει... Καταποντίστηκες!
- Δε γίνομαι άδικη. Μα θέλει κι η πίκρα το τοιχάκι της. Αν την αφήσεις να πάρει δρόμο, δεν έχει μαζεμό μετά.
Το ποτάμι κυλούσε πάντα πάνω στα νερόκρινα. Και τ' αηδόνια έβγαιναν τις νύχτες από τις φυλλωσιές των δέντρων κι έστηναν καρτέρι στα όνειρα...
"Νύχτα κι αυτή..." είπε σιγανά ένα μικρό φιδάκι στη μάνα του. "Σσσσσ!" τ' απάντησε εκείνη φοβισμένη. "Μη μιλάς". Και του 'δειξε με το κεφάλι της τον έρωτα. "Σσσσ! Φύγε! Δε βλέπεις το φονιά, που ήρθε να πιει νερό;"


Αυτό το βιβλίο το διάβασα το καλοκαίρι του 2009 και όπως η ίδια γράφει , είναι αφιερωμένο : Στους φίλους που χαθήκαμε στις στροφές της ζωής, με αβάσταχτη νοσταλγία..

Στον ίσκιο των πουλιών
Αλκυόνη Παπαδάκη
Απόσπασμα

Τάνια Τσανακλίδου - Πάρτε με σύννεφα



Πέταγαν πάνω απ' τις κορφές
πέρναγαν κι άλλαζαν μορφές
εκεί, τους κυνηγούσαν τις σκιές
κι έμπαιναν μέσα στις βροχές

Πάρτε με σύννεφα μαζί,
Άρματα του Αιθέρα, μία ζωή μια μέρα,
πάρτε με σύννεφα μαζί,
πάρτε με σύννεφα....

Καράβια με κρυφή αποστολή
τις νύχτες φεύγουν στη σιωπή...
Πάρτε με σύννεφα μαζί,
Άρματα του Αιθέρα, μία ζωή μια μέρα,
πάρτε με σύννεφα μαζί,
πάρτε με σύννεφα....

Στίχοι: Νίκος Ζούδιαρης
Μουσική: Νίκος Ζούδιαρης
Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου



26 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Μικρός Πρίγκιπας

Η Αλεπού κοίταξε το Μικρό Πρίγκιπα, για πολύ ώρα.
-Σε παρακαλώ εξημέρωσέ με! είπε.
-Το θέλω, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Έχω να ανακαλύψω φίλους και πολλά πράγματα να γνωρίσω.
-Γνωρίζουμε μονάχα τα πράγματα που εξημερώνουμε, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίζουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα απ’ τους εμπόρους. Επειδή όμως δεν υπάρχουν έμποροι που να πουλάν φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσέ με.
-Τι πρέπει να κάνω; Είπε ο μικρός πρίγκιπας.
-Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα καθίσεις κάπως μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού κι εσύ δε θα λες τίποτα. Ο λόγος είναι πηγή παρεξηγήσεων. Κάθε μέρα, όμως, θα μπορείς να κάθεσαι όλο και πιο κοντά…
Την επόμενη μέρα ο μικρός πρίγκιπας ξαναήρθε.
-Θα ήταν καλύτερα αν ερχόσουν την ίδια πάντα ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι, για παράδειγμα, στις τέσσερις τ’ απόγευμα από τις τρεις θ’ αρχίζω να είμαι ευτυχισμένη. Όσο περνάει η ώρα τόσο πιο ευτυχισμένη θα νιώθω. Στις τέσσερις πια θα κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα και θ’ ανησυχώ. Θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε λάχει, δε θα ξέρω ποτέ τι ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα γιορτινά της…Χρειάζεται κάποια τελετή.
-Τι πάει να πει τελετή; Είπε ο μικρός πρίγκιπας.
-Είναι κι αυτό κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, μια ώρα με τις άλλες ώρες. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια τελετή στους κυνηγούς. Χορεύουν την Πέμπτη με τα κορίτσια του χωριού. Η Πέμπτη λοιπόν είναι υπέροχη μέρα. Πάω και κάνω βόλτα ίσαμε τ’ αμπέλι. Αν οι κυνηγοί χόρευαν οποτεδήποτε, οι μέρες θα έμοιαζαν σαν όλες, κι εγώ δε θα είχα ποτέ διακοπές.
Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίασε η ώρα του αποχωρισμού:
-Αχ, είπε η αλεπού… Θα κλάψω.
-Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, εσύ θέλησες να σε εξημερώσω…
-Σωστά, είπε η αλεπού.
-Όμως θα κλάψεις, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
-Σωστά, είπε η αλεπού.
-Τι κέρδισες λοιπόν;
-Κέρδισα, είπε η αλεπού, το χρώμα του σταριού.
Έπειτα πρόσθεσε.
-Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο. Θα ξανάρθεις να με αποχαιρετήσεις και θα σου χαρίσω ένα μυστικό.
Ο μικρός πρίγκιπας πήγε να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα.
-Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο, δεν είσαστε τίποτα ακόμα, τους είπε. Κανείς δε σας έχει εξημερώσει και δεν έχετε εξημερώσει κανέναν. Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου. Μια αλεπού ίδια μ’ άλλες εκατό χιλιάδες. Γίναμε όμως φίλοι και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο.
Και τα τριαντάφυλλα στέκονταν θιγμένα.
-Είσαστε όμορφα, όμως είσαστε άδεια, τους είπε ακόμα. Δεν πεθαίνει κανείς για σας. Βέβαια, το δικό μου τριαντάφυλλο ένας απλός περαστικός θα έλεγε πως σας μοιάζει. Όμως εκείνο μόνο του έχει περισσότερη σημασία απ’ όλα εσάς, αφού εκείνο είναι που πότισα. Αφού εκείνο έβαλα κάτω απ’ τη γυάλα. Αφού εκείνο προστάτεψα με το παραβάν. Αφού σ’ εκείνο σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δύο τρεις για να γίνουν πεταλούδες). Αφού εκείνο άκουσα να παραπονιέται ή να κομπάζει ή κάποιες φορές ακόμα να σωπαίνει. Αφού είναι το τριαντάφυλλό μου.
Και ξαναγύρισε στην αλεπού:
-Αντίο, είπε…
-Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν.
-Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.
-Είναι ο χρόνος που ξόδεψες για το τριαντάφυλλό σου που το κάνει τόσο σημαντικό.
-Είναι ο χρόνος που ξόδεψα για το τριαντάφυλλό μου…είπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
-Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού.
-Μα εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος για ό,τι έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου…
-Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου… Ξανάπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται…

Ο μικρός πρίγκιπας
Antoine de Saint Exupéry
published in 1943
Απόσπασμα




Παράκληση - Αλκίνοος Ιωαννίδης



Περπάτησα πάρα πολύ
και τα φτερά μου τα 'χω χάσει.
Μα εσύ που δεν πατάς στη γη
καν' την ψυχή μου να πετάξει...
Μ' ένα αερόστατο να πάμε στο φεγγάρι,
ένα αεράκι να μας πάρει...
Φωτιά κι αέρας να κάνουμε δική μας
τη μικρή ζωή μας...

Είναι η καρδιά μου μια αυλή
σ' ένα κελί που όλο μικραίνει.
Μα εσύ που έχεις το κλειδί
έλα και πες μου το "γιατί"...
Σε κάποια θάλασσα που ο ήλιος τη ζεσταίνει,
το όνειρό μου ξαποσταίνει...
Νερό κι αρμύρα να κάνουμε δική μας
τη μικρή ζωή μας...

Έχω ένα κόμπο στο λαιμό
και μια θηλιά που όλο στενεύει.
Έλα και κάνε μουσική
την τρέλα που με διαφεντεύει...
Κι αν είναι οι νότες και οι λέξεις αφελείς,
τραγούδησέ τες να χαρείς...
Μ' ένα τραγούδι να κάνουμε δική μας
τη μικρή ζωή μας...

Στίχοι: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Μουσική: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης



Το χρώμα του φεγγαριού

Tι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
– Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγκαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε.
– Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
– Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
– Τι χρώμα έχει η χαρά;
– Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
– Και η μοναξιά;
– Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξελί.
– Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
– Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράκτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
– Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
– …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού, απάντησε το δέντρο.
– Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
– Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
– Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι… Κοίταξε μακριά στο κενό… Και δάκρυσε …

Ζω…

– Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;

– Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μήν αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!

Συγχωρώ!

– Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Άντε στην υγειά σου!

Ελπίζω!

– Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πιστεψέ με. Αξίζει να τη ζεί κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι απο την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;

– Aύριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τίποτ' άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ'αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζείς μέσα στη γυάλα, απο φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λές: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζείς. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα της αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ' αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γής. Άντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;

Ποιός είναι ο δυνατός;

– Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.

– Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή,μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.

Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:

– Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
«Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ' αγάλματα μόνο δε λυγάνε».

– Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.

– Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.

– Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.

– Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.

– Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!

Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…

– Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν…

Αλκυόνη Παπαδάκη - Το χρώμα του φεγγαριού
Απόσπασμα




Αλκίνοος Ιωαννίδης - Κοίτα κοίτα ( Μη φοβηθείς τη φωτιά )



Κοίτα, κοίτα
Τι είναι η στάχτη κοίτα
Κοίτα, κοίτα, κοίτα
Μη φοβηθείς την φωτιά
Μια σαΐτα στου καημού την πλάτη
Μια σαΐτα που σε πονάει με τον νοτιά

Τόσο καιρό δεν ήξερα πόσα καρφιά χωράει
Τόσο καιρό δεν ήξερα μια σταυρωμένη αγάπη
Όχι αγάπη, όχι αγάπη μόνο του άπιαστου η ψευτιά

Νομίζει η καρδιά πως μισεί
Ότι αγαπάει και ότι φοβάται να βρει
Κι είναι δειλός του Σαββάτου ο πηλός
άγγελος απατηλός
ψάχνεις και 'συ σαν καδένα μισή
τ' άλλο μισό και αν είμαι εγώ
Δεν το 'θέλε η μοίρα μαζί

Κοίτα, κοίτα
Τι είναι η στάχτη κοίτα
Κοίτα, κοίτα, κοίτα
Μη φοβηθείς την φωτιά
Μια σαΐτα στου καημού την πλάτη
Μια σαΐτα που σε πονάει με τον νοτιά

Τόσο καιρό δεν ήξερα πόσα καρφιά χωράει
Τόσο καιρό δεν ήξερα μια σταυρωμένη αγάπη
Όχι αγάπη, όχι αγάπη μόνο του άπιαστου η ψευτιά

Κοίτα, κοίτα...

Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης



Μάνος Χατζιδάκις - Το Νησί

Ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους...

'Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα
τα συναισθήματα.
Εκεί, ανάμεσα στα υπόλοιπα, ζούσαν και η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη......
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την
τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη άρχισε να ζητάει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει:
-'Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;'
-'Όχι, δεν μπορώ' απάντησε ο Πλούτος. 'Έχω ασήμι και χρυσάφι στο
σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα'.
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
-'Σε παρακαλώ, βοήθησέ με' είπε η Αγάπη.
-'Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, Αγάπη.. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου' της απάντησε η Αλαζονεία.

H Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από
αυτή βοήθεια.
-'Λύπη, άφησέ με να έρθω μαζί σου'.
-'Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου' είπε η
Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη, αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία. Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
-'Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!'
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.
Όταν έφτασαν στη στεριά, ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη, γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε,
ρώτησε τη Γνώση:
-'Γνώση, ποιος με βοήθησε';
-'Ο Χρόνος' της απάντησε η Γνώση.
-'Ο Χρόνος;' ρώτησε η Αγάπη. 'Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;'
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
'Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η
Αγάπη'.



Μιχάλης Χατζηγιάννης - Θάλασσα



Αγκαλιά να με πάρεις θάλασσά μου εσύ
τη μπορώ την αρμύρα και ας είμαι πληγή.
Γίνε δρόμος και μοίρα θάλασσά μου και πες
τι σημαίνουν οι λέξεις αλλά κι οι σιωπές.

Αν με ζητήσει κανείς
δεν υπάρχω εγώ γίναμε ένα να πεις.
Μέσα σου χάθηκα πια
απ’ το λίγο που ζω ας πνιγώ στα βαθιά.
Αν με ζητήσει κανείς
θάλασσα σώσε με κάτι να βρεις να τους πεις.

Μέσα στα κύματά σου να με κρύβεις εδώ
από ψέμα κι ανθρώπους πλημμυρίζω καημό.

Αν με ζητήσει κανείς
δεν υπάρχω εγώ γίναμε ένα να πεις.
Μέσα σου χάθηκα πια
απ’ το λίγο που ζω ας πνιγώ στα βαθιά.
Αν με ζητήσει κανείς
θάλασσα σώσε με κάτι να βρεις να τους πεις.

Στίχοι: Βραχάλη Ελεάνα
Μουσική: Χατζηγιάννης Μιχάλης
Πρώτη εκτέλεση: Μιχάλης Χατζηγιάννης





Αλκίνοος Ιωαννίδης - Μέσα στον ίδιο ουρανό




Μοιράζονται το ίδιο χρώμα
η θάλασσα κι ο ουρανός.
Έτσι σε περιμένω ακόμα
κι έτσι περνάει ο καιρός.

Περνούν τα χρόνια κι όλο βλέπω
κάποιο σημάδι εδώ κι εκεί.
Αναστενάζω και αντέχω
Παρασκευή και Κυριακή.

Θα 'ναι Δευτέρα, θα 'ναι Τρίτη
στην Κατερίνη και στην Κρήτη
θα 'ρθω μια μέρα να σε βρω.

Χειμώνας θα 'ναι ή Καλοκαίρι
σ' άλλο καιρό στα ίδια μέρη
μέσα στον ίδιο ουρανό
θα 'ρθω μια μέρα να σε βρω.

Μοιράζονται το ίδιο αστέρι
η Πούλια κι ο Αυγερινός.
Έτσι η ζωή να μας τα φέρει
η μοίρα, ο δρόμος κι ο καιρός.

Περνούν τα χρόνια κι όλο βλέπω
κάποιο σημάδι σου στη γη.
Σκύβω αργά και το μαζεύω
σαν πεταλούδα στη βροχή.

Στίχοι: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Μουσική: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης




25 Σεπτεμβρίου 2009

Το μαγικό χαλί του ουρανού

Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο - Πυξ Λαξ



Άγονη πλήξη μιας ζωής, δίχως έρωτα
της ερημιάς μου τέρας, της πόλης μου θηρίο μη με φοβάσαι
αλλοπαρμένη έκφραση οι τοίχοι σου θυμίζουν τον πρώτο σου έρωτα
οι πιο πολλοί αδιάφορα κενοί, σε λυγίζουν όπου και να 'σαι
στα σκοτεινά δρομάκια οι σκιές γλιστράνε επικίνδυνα

Στα ηλεκτρισμένα ξενυχτάδικα οι γυναίκες μισοκρύβονται πίσω απ' τη λήθη
Στα κολασμένα παζάρια της λεωφόρου οι αστυνόμοι
οι πλούσιοι επαρχιώτες μηχανόβιοι
μάσκες ακάλυπτες μικρές στο γύρο του θανάτου
που τρεμοπαίζουν τον άγγελο ή τον δαίμονα
στις άκρες των δακτύλων τους, ξημέρωμα Σαββάτου

Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς
στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω
δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά
κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων

Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο
για να μην υποφέρεις φύγε μακριά μου, κρύψου από μένα
δεν ξέρω αν φεύγεις, τώρα, για το λίγο μου
ή αν αυτό που νιώθω ήταν πολύ
πολύ για σένα, πολύ για σένα

Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς
στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω
δεν άντεξαν μαζί και χάθηκαν μακριά
κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων

Ό,τι αξίζει πονάει, κι είναι δύσκολο...

Στίχοι: Μάρω Βαμβουνάκη
Μουσική: Φίλιππος Πλιάτσικας
Πρώτη εκτέλεση: Πυξ Λαξ - Φίλιππος Πλιάτσικας



Το μαγικό χαλί του ουρανού

Έεεελααα πάμε μαζί! Χα, χα, χα…
δε μπορείς να με πιάσεις…!
Γυάλινη, αγάπη μου,
ποτέ δε θα με φτάσεις!

Ότι και να λες, Διάφανε μου
εμείς είμαστε… ένα!
Βλέπω την καρδούλα σου
πως χτυπάει για μένα!

Η Γυάλινη με τον Διάφανο, στολίδια υπέροχα, έπαιζαν όλη μέρα και παράβγαιναν με νάζια και γέλια σε ότι τους είχε καρφωθεί στο κεφάλι! Έπαιζαν, γελούσαν, χόρευαν και τραγουδούσαν, ξανά, όλη μέρα μαζί!

Όταν έδυσε πια ο ήλιος πήγαν και βρήκαν τους αγαπημένους τους φίλους. Βρισκόντουσαν συχνά το τελευταίο καιρό κάθε που σουρούπωνε, γιατί… υπήρχε λόγος σοβαρός!

Ααα, ήταν όλοι εκεί! Η Ξανθούλα με τα χρυσοστόλιστα μαλλιά της, η Χαμογελαστή με το υπέροχο μουτράκι της, η Σοφούλα με την γεμάτη καλοσύνη καρδιά της, ο Πολύχρωμος με όλων των λογιών τα χρώματα να τον στολίζουν και ο Χαρωπός με τη λυγερή του κορμοστασιά! Μόλις είχαν έρθει κι αυτοί. Πολλά χρόνια φίλοι, ο ένας αγκάλιαζε τον άλλο τρυφερά και συνεννοημένοι έκαναν έναν μεγάλο κύκλο πάνω από το φιλαράκι τους τον Ηλιαχτίδα. Τον είχαν δει τον τελευταίο καιρό να είναι αμίλητος και κουρασμένος.

Όλοι μαζί προσπαθούσαν να του φτιάξουν το κέφι. Η Ξανθούλα να τον αγκαλιάζει τρυφερά, η Χαμογελαστή να του λέει ανέκδοτα ξεκαρδιστικά, η Σοφούλα να του τραγουδά διαπεραστικά, ο Πολύχρωμος να τον χαϊδεύει γλυκά και ο Χαρωπός να του χορεύει μαγευτικά. Η Γυάλινη κι ο Διάφανος που ήταν λίγο πιο πέρα, να του τραγουδούν κι αυτοί, χορεύοντας, αγκαλιασμένοι:
Εμείς ξέρουμε γλυκέ μου
ποια είναι της κατάστασης σου η αιτία!
Μην κάνεις έτσι καλέ μου
πάντα υπάρχει μια δεύτερη ευκαιρία!

Άδραξε την
συγχώρησε τον εαυτό σου!
Πυρπόλησε την
θα ξαναβρείς το φυλαχτό σου!

Η διάθεση όλων ήταν μια γιορτή! Ο Ηλιαχτίδας όμως τίποτα! Δεν μπορούσε να συνέλθει και οι φίλοι του κουρασμένοι πήγαν να κοιμηθούν. Και αύριο μέρα ήταν. Είχε βραδιάσει για τα καλά: ο ουρανός λαμποκοπούσε φορώντας τα γιορτινά του, τα αστέρια ακτινοβολούσαν με την κάλλος τους, ενώ το φεγγάρι τους χαμογέλαγε από εκεί ψηλά, χαρούμενο και ευτυχισμένο… Ο αέρας εκείνο το βράδυ είχε κοιμηθεί από νωρίς και έτσι μια γαλήνια νύχτα είχε ξενυχτήσει την πλάση ολάκερη!

Οι φίλοι τελικά, σαν από ένστικτο, βλέποντας τόση ομορφιά, το ξανασκέφθηκαν και είπαν να γιορτάσουν εκείνη τη βραδιά μέχρι την ανατολή του ήλιου, χορεύοντας και τραγουδώντας για τον φίλο τους τον Ηλιαχτίδα!

Τότε, εντελώς ξαφνικά, ακούστηκε ένα μεγάλο πλάααατςςςς… Μεγάλη ησυχία απλώθηκε σε όλο τον βυθό ολόγυρα τους. Οι φίλοι τα έχασαν προς το παρόν και κοιτούσαν απορημένοι ένα μεγάλο φως να πλησιάζει… Έπειτα να σβήνει σιγά σιγά και ένα πλάσμα με γνώριμη μορφή να τους τραγουδά μελωδικά:
Είμαι η Φεγγαρολουσμένη
για δύο μάτια
έγινα έκπτωτη
κι ερωτοχτυπημένη…

Μαργαριτάρι του βυθού
σε είδα από ψηλά!
Λάμπεις όταν με κοιτάς
μη ξαναπέσεις χαμηλά!

Μα αν δε με θες πραγματικά
στεφάνι θα σου απλώσω…
Δεν με πειράζει που θα γενώ σκιά
το φως μου θα στο δώσω…

Ο Ηλιαχτίδας ξαφνικά ζωήρεψε· γέμισε με χρώματα, μέθυσε από την τόση ανέλπιστη ομορφάδα και όπως ήταν λογικό τραγούδησε κι αυτός εκστασιασμένος:
“Μαργαριταρένια μου, Φεγγαρολουσμένη
έκπτωτο κι εγώ αστέρι γίνηκα, για δες
απ’ του πόνου τα βαθιά σημάδια…

Μέσα στη θάλασσα έπεσα την ανταριασμένη
να βρω φίλους και δροσιά, να… δες
απ’ του χρόνου τα δύσκολα χνάρια…

Μα ήρθες εσύ αστέρι μου
φως, να με γεμίσεις!
Να πάρεις τον πόνο μακριά
μόνο, να μη με αφήσεις!

Λουλούδι του απέραντου ουρανού
παντοτινά δικός σου!
Λαμπρό αστέρι θα είσαι στη καρδιά
για πάντα στο πλευρό σου!

Ενώ οι άλλοι προσπαθούσαν να συνέλθουν, ο Διάφανος και η Γυάλινη, έκλεισαν ευτυχισμένοι ο ένας το μάτι στον άλλο, και μια αγκαλιά, χάθηκαν στα γεμάτα φως νερά της θάλασσας από το λαμποκόπημα του ουρανού…

Οι άλλοι φίλοι δεν άργησαν να καταλάβουν! Είδαν τον Ηλιαχτίδα και την Φεγγαρολουσμένη να γίνονται κι αυτοί μια αγκαλιά, να υπερβαίνουν κάθε νόμο της Φύσης και με ταχύτητα φωτός, σβίιιιιννννννν, να σχίζουν τα νερά και να ξαναπαίρνουν την θέση τους… στο μαγικό χαλί του ουρανού…

Να χαθώ στα βήματά σου - Μπάμπης Στόκας



Δε θα ψάξω να βρω αφορμές
που σκοτώνουν τη νύχτα
δε θα ψάξω να βρω εραστές
που δε θέλουν να χάσουν

Αγκαλιά σου θα με βρει η αυγή
αγκαλιά σου θα με βρει η αυγή

Να κρυφτώ μες στη σκιά σου να
χαθώ στα βήματά σου
να χαθώ όπως δε μ' έχασες ποτέ
σου να χαθώ
Να κρυφτώ μες στη σκιά σου για ν'
αγγίξω την καρδιά σου
να κρυφτώ στους εφιάλτες σου σαν
ίσκιος να κρυφτώ

Θα κοιτάξω να μπω στο καράβι που
φεύγει το βράδυ
πελαργός που πήρε το φεγγάρι ξοπίσω

Αγκαλιά σου θα με βρει η αυγή
αγκαλιά σου θα με βρει η αυγή

Να κρυφτώ μες στη σκιά σου
να χαθώ στα βήματά σου
να χαθώ όπως δε μ' έχασες ποτέ
σου να χαθώ
Να κρυφτώ μες στη σκιά σου
για ν' αγγίξω την καρδιά σου
να κρυφτώ στους εφιάλτες σου
σαν ίσκιος να κρυφτώ...

Στίχοι: Μπάμπης Στόκας
Μουσική: Μπάμπης Στόκας
Πρώτη εκτέλεση: Πυξ Λαξ - Μπάμπης Στόκας



Φίλιππος Πλιάτσικας - Πόλη χιόνι




Γεμάτο δάκρυα στάζει το πέλαγος
Μοιάζει το χιόνι σου φέτος να καίει
Μοιάζει το μέλλον να είναι απροσπέραστο
Σ’ ένα παρόν που στενάζει και κλαίει

Είναι χλωμό του ουρανού το στερέωμα
Και τούτη η πόλη φαρμάκι να στάζει
Έχω πια χάσει καιρό το δικαίωμα
Να σ’ αντικρίζω καθώς θα χαράζει

Όσο μ’ αγάπησες τόσο σε πρόδωσα
Όσο με πρόδωσες σ’ είχα αγαπήσει
Όσο με άφηνες τόσο σε άφηνα
Κι όσο με μίσησες με έχω μισήσει...

Κλείνω τα μάτια και βλέπω το αύριο
Κι είναι ένα αύριο δίχως εικόνες
Ίσως να ζει η αγάπη μεθαύριο
Ίσως περάσουν κι αυτοί οι χειμώνες

Είναι η πόλη μας τώρα πια φάντασμα
Μοιάζει με πίνακα που έχει ξεβάψει
Κι έχει απομείνει μονάχα η θάλασσα
Να μου θυμίζει ότι έχω ξεχάσει

Έτσι κοιτάζω την πόλη που αγάπησα
Όταν σε είχα σε αυτή συναντήσει
Έτσι κοιτάζω την πόλη που άφησα
Όταν στην άβυσσο μ’ είχες αφήσει...

Στίχοι: Άντρη Θεοδώρου
Μουσική: Φίλιππος Πλιάτσικας
Πρώτη εκτέλεση: Φίλιππος Πλιάτσικας



Μάνος Ξυδούς - Εσύ εκεί



Εσύ εκεί κι εγώ στου πόνου τον παράλληλο βαρύς χειμώνας
και το κλίμα ακατάλληλο
Εσύ εκεί κι εγώ στου πόνου το υπόγειο να σε γυρεύω
σε μια ψεύτικη υδρόγειο

Εσύ εκεί κι ο έρωτάς σου διαταγή και τελεσίγραφο
Κι εγώ εδώ όλη τη νύχτα αγκαλιά μ' ένα αντίγραφο δικό σου

Εσύ εκεί κι ο έρωτάς σου διαταγή και τελεσίγραφο
Κι εγώ εδώ όλη τη νύχτα αγκαλιά μ' ένα αντίγραφο

Εσύ εκεί εσύ εκεί

Εσύ εκεί κι εγώ στου πόνου τα μεγάφωνα να τραγουδάω
της αγάπης τα παράπονα
Εσύ εκεί κι εγώ σκυμμένος στην κασέτα σου
να με ματώνει η φωνή σου και το ψέμα σου

Εσύ εκεί εσύ εκεί

Εσύ εκεί κι ο έρωτάς σου διαταγή και τελεσίγραφο
Κι εγώ εδώ όλη τη νύχτα αγκαλιά μ' ένα αντίγραφο

Εσύ εκεί εσύ εκεί...

Στίχοι: Κυριάκος Ντούμος
Μουσική: Λάκης Παπαδόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Πυξ Λαξ - Μάνος Ξυδούς



Φίλιππος Πλιάτσικας - Που να σου εξηγώ



Πού να σου εξηγώ πως έτσι σαν κουφάρι μένω,
να μετρώ το χρόνο που θα χρειαστώ να χωνέψω τη λογική.
Δε με υπολόγισες καλά, όφειλες ξέρεις.
Το χρόνο θα τον πάρω και τότε θα γελάσω δυνατά,
τ’ άδεια σου μηχανουργήματα θα τα ξεσκίσω
και θα τα στείλω πίσω σ’ ένα φάκελο γεμάτο σκόνη.
Θα μάθω για σένα όλες τις γλώσσες του κόσμου ετούτου
και θα καθίσω μαζί σου ατελείωτες ώρες
δίπλα στο παράθυρο του τρένου
να δούμε τον κόσμο από άλλη μεριά,
νέα Έλλη, νέα Ιθάκη, νέα Αμέρικα.

Πού να σου εξηγώ πως δεν πονάω πια,
πού να σου εξηγώ πως δε σε ξέρω πια
κι ας ξέρω τον καιρό στα μέρη που θα πας,
μα ορίζοντα ανοιχτό να βρίσκεις να περνάς.

Κοιτάζω τώρα πίσω, τι να κρατήσω
και ποια ζωή να ζήσω,
πώς να σου εξηγήσω;
Κοιτάζω πάλι πίσω, τι να κρατήσω
και ποια ζωή να ζήσω,
πώς να σου εξηγήσω;

Πού να σου εξηγώ πως έτσι σαν κουφάρι μένω…

Στίχοι: Σταύρου Θεοδώρα
Μουσική: Πλιάτσικας Φίλιππος
Πρώτη εκτέλεση: Φίλιππος Πλιάτσικας
Στίχοι Απαγγελίας: Σταύρου Θεοδώρα