18 Ιανουαρίου 2010

Δεκάδες χιλιάδες οι νεκροί στην Αϊτή



ΠΟΡΤ-Ο-ΠΡΕΝΣ Μετ΄ εμποδίων εξελίσσεται μια γιγαντιαία επιχείρηση αρωγής προς την Αϊτή, η οποία επλήγη από τον φονικό σεισμό των 7 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ τα μεσάνυχτα της Τρίτης (ώρα Ελλάδος). Οι διαλυμένες υποδομές και η ανυπαρξία κυβέρνησης συντείνουν στο να περνούν κρίσιμα 24ωρα χωρίς η ανθρωπιστική βοήθεια και τα σωστικά συνεργεία να φθάνουν στον προορισμό τους. Ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός υπολογίζει σε 45.000- 50.000 τα θύματα του Εγκέλαδου και σε τρία εκατομμύρια τους αστέγους. Στους δρόμους της πρωτεύουσας Πορτ-ο-Πρενς εκατοντάδες πτώματα παραμένουν εκτεθειμένα δίπλα στα ερείπια, δεν υπάρχει νερό και ηλεκτρικό, ενώ τα περισσότερα νοσοκομεία έχουν και αυτά καταρρεύσει και είναι ελάχιστοι οι τραυματίες που εξετάζονται από γιατρό.

Το διεθνές αεροδρόμιο έχει υποστεί τεράστιες ζημιές, ο πύργος ελέγχου έχει γκρεμιστεί και τα αεροπλάνα τα κατευθύνουν ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας τους οποίους εγκατέστησε η πολεμική αεροπορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Και πάλι, δεκάδες αεροπλάνα με βοήθεια από την Κίνα, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Αμερική δεν προσγειώθηκαν διότι δεν υπάρχει ούτε χώρος για να σταθμεύσουν ούτε κηροζίνη για να ανεφοδιαστούν και να ξαναπετάξουν.

Παρ΄ όλα αυτά περίπου 60 πτήσεις με στρατιώτες, διασώστες, μέλη μη κυβερνητικών οργανώσεων και φορτία τροφίμων και φαρμάκων έφθασαν στη φτωχότερη χώρα της Καραϊβικής. Εξι ώρες χρειάστηκαν οι εργάτες για να ξεφορτώσουν μόνο ένα φορτίο από την Κίνα, διότι δεν υπήρχαν μηχανήματα και όλα μεταφέρονταν με τα χέρια.

Ολόκληρες περιοχές ισοπεδώθηκαν, χιλιάδες είναι οι άνθρωποι που θάφτηκαν κάτω από τα συντρίμμια και πολλοί πιστεύεται ότι είναι ακόμη ζωντανοί και παραμένουν παγιδευμένοι. Στους δρόμους του Πορτ-ο-Πρενς οι επιζώντες αναζητούν απελπισμένα τρόφιμα. «Τα χρήματα αυτή τη στιγμή δεν έχουν καμία αξία, το νερό είναι το νόμισμα» δήλωσε χαρακτηριστικά στο πρακτορείο Reuters ένας ξένος εργαζόμενος σε οργάνωση αρωγής. Ο κίνδυνος να ξεσπάσουν επιδημίες είναι άμεσος.

Δεν λείπουν και οι λεηλασίες, όπως αυτή ενός κατεστραμμένου σουπερμάρκετ στην περιοχή Ντελμάς του Πορτ-ο-Πρενς, από την οποία οι δράστες πήραν ηλεκτρονικά και σακούλες με ρύζι. Άλλοι πήραν τη βενζίνη από ένα διαλυμένο βυτιοφόρο.

« Ολοι οι αστυνομικοί είναι απασχολημένοι σώζοντας και θάβοντας τους δικούς τους. Δεν έχουν καιρό να περιπολούν στους δρόμους» είπε ο εργάτης Μανουέλ Ντιχόις.

Οι ΗΠΑ άρχισαν να αποστέλλουν τους πρώτους από τους 3.500
στρατιώτες και τους 300 γιατρούς και νοσοκόμους για να βοηθήσουν τους πληγέντες και να συμβάλουν στη δημόσια ασφάλεια στο Πορτο-Πρενς. Το Πεντάγωνο αποστέλλει επίσης ένα αεροπλανοφόρο και τρία αμφίβια πλοία. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα ανακοίνωσε και τη διάθεση 100 εκατ. δολαρίων (69 εκατ. ευρώ) για την επιχείρηση. Άλλα τόσα θα διαθέσει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ο Αμερικανός πρόεδρος ζήτησε από τον προκάτοχό του Τζορτζ Μπους τον νεότερο να βοηθήσει τον επίσης πρώην πρόεδρο Μπιλ Κλίντον ο οποίος θα αναλάβει τον συντονισμό της αμερικανικής βοήθειας. «Στον λαό της Αϊτής λέμε καθαρά και με πίστη: δεν θα ξεχαστείτε. Σε αυτό που σας βρήκε, την ώρα της μεγαλύτερης ανάγκης σας, η Αμερική είναι στο πλάι σας. Ο κόσμος είναι στο πλάι σας» είπε ο κ. Ομπάμα. Από τον σεισμό κατέρρευσαν τα κτίρια του Κοινοβουλίου, το προεδρικό μέγαρο και πολλά ακόμη κυβερνητικά κτίρια. Δεν είχε διευκρινιστεί μάλιστα ως αργά χθες πόσοι από τους βουλευτές και πόσοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι επέζησαν της καταστροφής. Η μεγαλύτερη φυλακή επίσης κατέρρευσε και δραπέτευσαν περισσότεροι από 2.000 επικίνδυνοι εγκληματίες.

Οι επιζώντες φοβούνται να επιστρέψουν στα σπίτια τους υπό τον φόβο των μετασεισμών και κοιμούνται σε ανοιχτές περιοχές, όπου ομάδες γυναικών τραγουδούν θρησκευτικούς ύμνους στο σκοτάδι και προσεύχονται για τους πεθαμένους. «Θέλουν να τους βοηθήσει ο Θεός. Όλοι θέλουμε» λέει η Ντερμέν Ντούμα, ιδιοκτήτρια ξενοδοχείου. Η ίδια έχασε τέσσερις συγγενείς από το χτύπημα του Εγκέλαδου. Οι ξένοι ένοικοι του ξενοδοχείου κοιμούνται γύρω από την πισίνα, ενώ έξω κείτονται πτώματα και τραυματίες. Μεταξύ των ξένων που αγνοούνται περιλαμβάνονται περίπου 100 Ιταλοί και 40 Μεξικανοί, ενώ 36 μέλη της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών σκοτώθηκαν και άλλα 200 αγνοούνται. Ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί ζήτησε να διεξαχθεί κατεπειγόντως διεθνής διάσκεψη για την Αϊτή, ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα και να γίνει καλύτερος συντονισμός για την αντιμετώπιση των συνεπειών της καταστροφής.

Φήμες
Ο ανθρώπινος πόνος στην Αϊτή δεν εμπόδισε ορισμένους επιτήδειους να προσπαθήσουν να εκμεταλλευθούν την τραγωδία για προσωπικό όφελος. Χιλιάδες πολίτες, πανικόβλητοι, προσπαθούσαν χθες, είτε πεζή είτε με αυτοκίνητο, να αποσυρθούν από τις παραθαλάσσιες περιοχές στα υψώματα του Πετιόν Βιλ, ενός προαστίου του Πορτο-Πρενς, ύστερα από φήμες ότι δήθεν «έρχεται μεγάλο τσουνάμι». Με κουβέρτες στα χέρια και μικρά παιδιά στην αγκαλιά, οι Αϊτινοί προσπαθούσαν όπως όπως να ανοίξουν δίοδο στα ορεινά μονοπάτια. Τις φήμες διέσπειραν αδίστακτοι οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν τη μαζική αποχώρηση για να λεηλατήσουν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους.  

Ελληνική βοήθεια στους σεισμοπαθείς
Ο πρωθυπουργός κ. Γ. Παπανδρέου ζήτησε χθες, κατά το άνοιγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, από όλα τα μέλη της κυβέρνησης, «στον χώρο της αρμοδιότητάς του ο καθένας, να συνδράμουν άμεσα, ώστε η χώρα μας να αποστείλει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη βοήθεια στην Αϊτή και τους πολίτες της». Επίσης, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κ. Παπούλιας έστειλε συλλυπητήριο μήνυμα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Αϊτής Ρενέ Πρεβάλ, εκφράζοντας τα ειλικρινή αισθήματα αλληλεγγύης και την αμέριστη συμπαράσταση του ιδίου και ολόκληρου του ελληνικού λαού στον πληγέντα λαό της Αϊτής από τον πρόσφατο καταστροφικό σεισμό.

Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες του υπουργείου Εξωτερικών, χθες το απόγευμα, έχουν εντοπιστεί στην Αϊτή 11 έλληνες πολίτες καθώς και ένας βέλγος υπήκοος, σύζυγος Ελληνίδας, οι οποίοι είναι όλοι καλά στην υγεία τους. Το υπουργείο Εξωτερικών είναι σε διαρκή επαφή με τους οικείους τους. Υστερα από συνεννοήσεις με την ισπανική προεδρία της ΕΕ βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία άμεσου επαναπατρισμού όσων Ελλήνων το επιθυμούν με ειδική πτήση, η οποία πρόκειται να αναχωρήσει από το Πορτ-ο-Πρενς εντός των επόμενων 36 ωρών.

Παράλληλα η χώρα μας, ανταποκρινόμενη στις εκκλήσεις για παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, προσέφερε επείγουσα χρηματική βοήθεια ύψους 200.000 ευρώ μέσω του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος για την παροχή τροφίμων στους σεισμοπλήκτους. Γίνονται επίσης προσπάθειες για την αποστολή ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού καθώς και πρόσθετης ανθρωπιστικής βοήθειας.

ΠΗΓΗ:  http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=2&artId=309567&dt=15/01/2010

16 Ιανουαρίου 2010

Η εναλλακτική σημασία των λέξεων

Διπλωμάτης: Κάποιος που σου λέει να πας στον διάολο, με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να ανυπομονείς να ξεκινήσεις το ταξίδι.

Σύμβουλος: Κάποιος που χρησιμοποιεί το ρολόι της γυναίκας σου, σου λέει την ώρα, και μετά σε χρεώνει για αυτό.

Τραπεζίτης: Αυτός που σου δανείζει την ομπρέλα του όταν έχει λιακάδα και την παίρνει πίσω όταν αρχίζει να βρέχει.

Ψυχολόγος: Κάποιος που κοιτάει κάπου αλλού, όταν μία όμορφη γυναίκα μπαίνει μέσα στο δωμάτιο.

Νυμφομανής: Όρος που χρησιμοποιεί ο άντρας για την γυναίκα που θέλει σεξ περισσότερο από ότι αυτός.

Απαισιόδοξος: Αισιόδοξος με εμπειρία.

Γλώσσα: Σεξουαλικό όργανο το οποίο μερικοί εκφυλιστικά το χρησιμοποιούν για την ομιλία.

Δέκατο του δευτερολέπτου: Χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ του ανάμματος του πράσινου φαναριού και του κορναρίσματος του βλάκα του πίσω αυτοκινήτου.

Μονογαμία: Καταπιεσμένη πολυγαμία.

Ομαδική δουλειά: Η δυνατότητα να ρίχνουμε το φταίξιμο για τα λάθη στους άλλους.

Διακοπές: Μια περίοδος ταξιδιού και χαλάρωσης όπου παίρνεις τα διπλάσια ρούχα και τα μισά λεφτά απ’ ότι χρειάζεσαι.

Φεμινισμός: Όταν στα ελαττώματα των γυναικών προστίθενται τα ελαττώματα των ανδρών.

Πονοκέφαλος: Μέθοδος αντισύλληψης, χρησιμοποιούμενη κυρίως από γυναίκες.

Παραλείψεις ή ακόμα και διορθώσεις παρακαλώ να αναφερθούν…

Urge Overkill-Girl you'll be a woman soon





I love you so much, can't count all the ways
I've died for you girl and all they can say is
"He's not your kind"
They never get tired of putting me down
And I'll never know when I come around
What I'm gonna find
Don't let them make up your mind.
Don't you know...

Girl, you'll be a woman soon,
Please, come take my hand
Girl, you'll be a woman soon,
Soon, you'll need a man

I've been misunderstood for all of my life
But what they're saying girl it cuts like a knife
"The boy's no good"
Well I've finally found what I'm a looking for
But if they get their chance they'll end it for sure
Surely would
Baby I've done all I could
Now it's up to you...

Girl, you'll be a woman soon,
Please, come take my hand
Girl, you'll be a woman soon,
Soon, you'll need a man

Girl, you'll be a woman soon,
Please, come take my hand
Girl, you'll be a woman soon,
Soon but soon, you'll need a man


 

14 Ιανουαρίου 2010

Τι είν' η γαλήνη...

Το καράβι - Ξύλινα Σπαθιά
 

Αν συγχωρέσεις τον εαυτό σου
αν καταφέρεις ν' αγαπήσεις λένε
αυτό το μαύρο φως αλλάζει χρώμα
νομίζω λένε κάτι ακόμα.
Μοιάζουνε μαύρα τα νερά που ταξιδεύουμε
όμως εμείς βλέπουμε χρώματα κι ακόμα
πάνω στο Boundy λένε αντέχουμε.

Στα μονοπάτια αυτά που χάραξες
τα φίδια ζητάνε να συρθώ για να περάσω
θα κατεβαίνω μέχρι να φτάσω
κάτω από τόνους πλαστικά σκουπίδια
εκεί που λάμπουν τα χαμένα δαχτυλίδια
στην αμμουδιά σου, να μη ξεχάσω
της μοναξιάς μου το γεράκι να γυμνάσω
τα φίδια κρέμονται απ' το δέντρο σαν θηλιά
μα αν τους ξεφύγω μπορεί να πιάσω
το άλογο σου απ' το λαιμό και αγκαλιά
να ταξιδεύουμε μέσα στη μέρα
που χρόνια τώρα τρέχω να προφτάσω.

Τι είν' η γαλήνη, τι είν' η γαλήνη
αν συγχωρέσεις τον εαυτό σου
λένε πως βλέπεις την απάντηση γραμμένη στη σελήνη

 
Στίχοι: Παύλος Παυλίδης
Μουσική: Ξύλινα Σπαθιά
Πρώτη εκτέλεση: Ξύλινα Σπαθιά
    ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΝ ΒΡΟΧΗ - 1997 



Flying Around

Flying Around By Wind

13 Ιανουαρίου 2010

Το αηδόνι και το Τριαντάφυλλο....

«Εἶπε ὅτι θὰ χόρευε μαζί μου ἂν τῆς ἔφερνα κόκκινα τριαντάφυλλα,» φώναξε ὁ νεαρὸς Φοιτητής· «ἀλλὰ σ᾿ ὅλο τὸν κῆπο μου δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο.»
Ἀπὸ τὴν φωλιά της στὴ βελανιδιὰ ἡ Ἀηδόνα τὸν ἄκουσε, καὶ κοίταξε ἔξω μέσα ἀπὸ τὰ φύλλα, καὶ ἀπόρησε.
«Οὔτε ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο σ᾿ ὅλο τὸν κῆπο μου!» αὐτὸς φώναξε, καὶ τὰ ὄμορφα μάτια τοῦ γέμισαν δάκρυα.

Ἄχ, ἀπὸ τί μικρὰ πράγματα ἐξαρτᾶται ἡ εὐτυχία! Ἔχω διαβάσει ὅλα ὅσα οἱ σοφοὶ ἔχουν γράψει, καὶ ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς φιλοσοφίας εἶναι κτῆμα μου, κι ὅμως γιὰ νὰ θέλω ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο ἔχει γίνει ἡ ζωή μου δυστυχισμένη.
«Ἐπιτέλους νὰ ἕνας πραγματικὰ ἐρωτευμένος,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα. «Νύχτες ὁλόκληρες κι᾿ ἂν ἔχω τραγουδήσει γιὰ αὐτόν, ἂν καὶ δὲν τὸν ἤξερα: νύχτες ὁλόκληρες ἔχω διηγηθεῖ τὴν ἱστορία του στ᾿ ἀστέρια, καὶ τώρα τὸν ἀντικρίζω.



Τὰ μαλλιά του εἶναι σκοῦρα σὰν τὸν ἀνθὸ τοῦ ὑάκινθου, καὶ τὰ χείλη του κόκκινα σὰν τὸ τριαντάφυλλο τοῦ πόθου του· ἀλλὰ τὸ πάθος ἔχει κάνει τὸ πρόσωπό του σὰν ὠχρὸ ἐλεφαντόδοντο, καὶ ἡ θλίψη ἔχει βάλει τὴν σφραγῖδα της πάνω στὸ μέτωπό του.»
«Ὁ Πρίγκιπας κάνει ἕνα χορὸ αὔριο τὸ βράδυ,» μουρμούρισε ὁ νεαρὸς φοιτητής, «καὶ ἡ ἀγάπη μου θὰ εἶναι καλεσμένη. Ἂν τῆς φέρω ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο θὰ χορέψει μαζί μου μέχρι τὴν αὐγή.
Ἂν τῆς φέρω ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο θὰ τὴν κρατήσω στὰ χέρια μου, καὶ θὰ γείρει τὸ κεφάλι της πάνω στὸν ὦμο μου, καὶ τὸ χέρι της θὰ εἶναι πιασμένο στὸ δικό μου.

Μὰ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο στὸν κῆπο μου, κι ἔτσι θὰ κάθομαι μόνος, καὶ ἐκείνη θὰ μὲ προσπεράσει. Δὲν θὰ μοῦ δώσει καμία σημασία, καὶ ἡ καρδιά μου θὰ σπάσει.»
«Αὐτὸς ὄντως εἶναι ὁ ἀληθινὰ ἐρωτευμένος,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα. «Γιὰ ὅ,τι ἐγὼ τραγουδάω, ἐκεῖνος ὑποφέρει -ὅ,τι γιὰ μένα εἶναι χαρά, γιὰ ἐκεῖνον εἶναι πόνος.
Σίγουρα ὁ Ἔρωτας εἶναι ἕνα ὑπέροχο πρᾶγμα. Εἶναι πιὸ πολύτιμος ἀπὸ σμαράγδια, καὶ πιὸ ἀκριβὸς ἀπὸ φίνες ὀπαλίνες.

Τὰ μαργαριτάρια καὶ τὰ πετράδια δὲν μποροῦν νὰ τὸν ἀγοράσουν, οὔτε καὶ πουλιέται στὴν ἀγορά. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀγοραστεῖ ἀπὸ τοὺς πραματευτάδες, οὔτε μπορεῖ νὰ μετρηθεῖ στὴ ζυγαριὰ γιὰ χρυσάφι.»
«Οἱ μουσικοὶ θὰ κάθονται στὸν ἐξώστη τους,» εἶπε ὁ νεαρὸς Φοιτητής, «καὶ θὰ παίζουν τὰ ἔγχορδα ὄργανά τους, καὶ ἡ ἀγάπη μου θὰ χορεύει στοὺς ἤχους τῆς ἅρπας καὶ τοῦ βιολιοῦ.
Θὰ χορεύει τόσο ἀνάλαφρα ποὺ τὰ πόδια της δὲν θὰ ἀγγίζουν τὸ δάπεδο, καὶ οἱ αὐλικοί με τὶς χαρούμενες ἐνδυμασίες τους θὰ συνωστίζονται γύρω της.



Ἀλλὰ μὲ μένα δὲν θὰ χορέψει, γιατὶ δὲν ἔχω κόκκινο τριαντάφυλλο νὰ τῆς προσφέρω»· καὶ σωριάστηκε κάτω στὸ γρασίδι, καὶ ἔχωσε τὸ πρόσωπό του μέσα στὰ χέρια του, καὶ ἔκλαψε.
«Γιατί κλαίει;» ρώτησε μία μικρὴ Πράσινη Σαύρα, καθὼς τὸν προσπερνοῦσε μὲ τὴν οὐρά της στὸ ἀέρα. «Γιατί, στ᾿ ἀλήθεια;» εἶπε μία Πεταλούδα, ποὺ πετάριζε ὁλόγυρα κυνηγώντας μία ἡλιαχτίδα.
«Γιατί, στ᾿ ἀλήθεια;» ψιθύρισε μία Μαργαρίτα στὸ γείτονά της, μὲ ἁπαλή, χαμηλὴ φωνή. «Κλαίει γιὰ ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα.
«Γιὰ ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο;» φώναξαν· «μὰ πόσο γελοῖο!» καὶ ἡ μικρὴ Σαύρα, ποὺ ἦταν κάπως κυνική, γέλασε ἀπερίφραστα.
Ὅμως ἡ Ἀηδόνα κατάλαβε τὸ μυστικὸ τῆς θλίψης τοῦ φοιτητῆ, καὶ κάθισε σιωπηλὴ στὴ βελανιδιά, καὶ σκέφτηκε σχετικὰ μὲ τὸ μυστήριο τοῦ Ἔρωτα.

Ξαφνικὰ ἅπλωσε τὰ καστανὰ φτερά της γιὰ πτήση, καὶ ὑψώθηκε στὸν ἀέρα. Πέρασε μέσα ἀπὸ τὸ δασύλλιο σὰ σκιά, καὶ σὰ σκιὰ διέσχισε τὸν κῆπο.
Στὸ μέσο του μικροῦ λιβαδιοῦ στεκόταν μία ὄμορφη Τριανταφυλλιά, καὶ ὅταν τὴν εἶδε πέταξε πρὸς τὸ μέρος της, καὶ κάθισε πάνω σὲ ἕνα κλαδάκι. «Δῶσε μου ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε, «καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω τὸ πιὸ γλυκό μου τραγούδι.»

Ἀλλὰ τὸ Δένδρο κούνησε τὸ κεφάλι του. «Τὰ τριαντάφυλλά μου εἶναι ἄσπρα,» ἀπάντησε· «τόσο ἄσπρα ὅσο ὁ ἀφρὸς τῆς θάλασσας, καὶ πιὸ ἄσπρα ἀπὸ τὸ χιόνι πάνω στὰ βουνά. Ἀλλὰ πήγαινε στὸν ἀδελφό μου ποὺ φυτρώνει γύρω ἀπὸ τὸ παλιὸ ἡλιακὸ ρολόι, καὶ ἴσως θὰ σοῦ δώσει αὐτὸ ποὺ ζητᾷς.»
Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα πέταξε στὴν Τριανταφυλλιὰ ποὺ φύτρωνε γύρω ἀπὸ τὸ παλιὸ ἡλιακὸ ρολόι. «Δῶσε μου ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε, «καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω τὸ πιὸ γλυκό μου τραγούδι.»



Ἀλλὰ τὸ Δένδρο κούνησε τὸ κεφάλι του. «Τὰ τριαντάφυλλά μου εἶναι κίτρινα,» ἀπάντησε· «τόσο κίτρινα ὅσο τὰ μαλλιὰ τῆς γοργόνας ποὺ κάθεται πάνω σὲ ἕναν κεχριμπαρένιο θρόνο, καὶ πιὸ κίτρινα ἀπὸ τὸν ἀσφόδελο ποὺ ἀνθίζει στὸ λιβάδι πρὶν ὁ θεριστῆς ἔρθει μὲ τὸ δρεπάνι του.
Ἀλλὰ πήγαινε στὸν ἀδελφό μου ποὺ φυτρώνει κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ Φοιτητῆ, καὶ ἴσως θὰ σοῦ δώσει αὐτὸ ποὺ ζητᾷς.»

Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα πέταξε στὴν Τριανταφυλλιὰ ποὺ φύτρωνε κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ Φοιτητῆ. «Δῶσε μου ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε, «καὶ θὰ σοῦ τραγουδήσω τὸ πιὸ γλυκό μου τραγούδι.»
Ἀλλὰ τὸ Δένδρο κούνησε τὸ κεφάλι του. «Τὰ τριαντάφυλλά μου εἶναι κόκκινα,» ἀπάντησε, «τόσο κόκκινα ὅσο τὰ πόδια τοῦ περιστεριοῦ, καὶ πιὸ κόκκινα ἀπὸ τὶς μεγάλες βεντάλιες τοῦ κοραλλιοῦ ποὺ κυματίζουν καὶ κυματίζουν στὰ σπήλαια τοῦ ὠκεανοῦ.

Ἀλλὰ ὁ χειμῶνας ἔχει παγώσει τὶς φλέβες μου, καὶ ἡ παγωνιὰ ἔχει κάψει τὰ μπουμπούκια μου, καὶ ἡ θύελλα ἔχει σπάσει τὰ κλαριά μου, καὶ δὲν θὰ ἔχω καθόλου τριαντάφυλλα αὐτὸ τὸ χρόνο.»
«Ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο εἶναι τὸ μόνο ποὺ θέλω,» φώναξε ἡ Ἀηδόνα, «μόνο ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο! Δὲν ὑπάρχει κανένας τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο νὰ μπορέσω νὰ τὸ ἀποκτήσω;»
«Ὑπάρχει ἕνας τρόπος,» ἀπάντησε τὸ Δένδρο· «ἀλλὰ εἶναι τόσο τρομερὸς ποὺ δὲν τολμῶ νὰ σοῦ τὸν πῶ.» «Πές τον μου,» εἶπε ἡ Ἀηδόνα, «Δὲν φοβᾶμαι.»



«Ἂν θέλεις ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» εἶπε τὸ Δένδρο, «πρέπει νὰ τὸ δημιουργήσεις ἀπὸ τὴ μουσικὴ στὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ, καὶ νὰ τὸ βάψεις μὲ τὸ αἷμα τῆς ἴδιας σου τῆς καρδιᾶς. Πρέπει νὰ μοῦ τραγουδήσεις μὲ τὸ στῆθος σου πάνω σὲ ἕνα ἀγκάθι.
Ὅλο τὸ βράδυ πρέπει νὰ μοῦ τραγουδήσεις, καὶ τὸ ἀγκάθι πρέπει νὰ τρυπήσει τὴν καρδιά σου, καὶ τὸ αἷμα τῆς ζωῆς σου πρέπει νὰ τρέξει μέσα στὶς φλέβες μου, καὶ νὰ γίνει δικό μου.»

«Ὁ Θάνατος εἶναι μεγάλο τίμημα νὰ πληρώσει (κάποιος) γιὰ ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε ἡ Ἀηδόνα, «καὶ ἡ Ζωὴ εἶναι πολὺ ἀκριβῆ γιὰ ὅλους. Εἶναι εὐχάριστο νὰ κάθεσαι στὸ πράσινο δάσος, καὶ νὰ παρακολουθεῖς τὸν Ἥλιο στὸ ἅρμα του ἀπὸ χρυσό, καὶ τὴ Σελήνη στὸ ἅρμα της ἀπὸ μαργαριτάρια.
Γλυκὸ εἶναι τὸ ἄρωμα τοῦ κράταιγου, καὶ γλυκοὶ εἶναι οἱ ἄγριοι ὑάκινθοι ποὺ κρύβονται στὴν κοιλάδα, καὶ ἡ ἐρείκη ποὺ ἀνθίζει στὸ λόφο. Ὡστόσο ὁ ἔρωτας εἶναι καλύτερος ἀπὸ τὴν Ζωή, καὶ τί εἶναι ἡ καρδιὰ ἑνὸς πουλιοῦ συγκρινόμενη μὲ τὴν καρδιὰ ἑνὸς ἀνθρώπου;»



Ἔτσι ἅπλωσε τὰ καστανὰ φτερά της γιὰ πτήση, καὶ ὑψώθηκε στὸν ἀέρα. Πέρασε πάνω ἀπὸ τὸν κῆπο σὰ σκιά, καὶ σὰ σκιὰ διέσχισε τὸ δασύλλιο.
Ὁ νεαρὸς Φοιτητὴς ἀκόμα κείτονταν στὸ γρασίδι, ὅπου τὸν εἶχε ἀφήσει, καὶ τὰ δάκρυα δὲν εἶχαν ἀκόμη στεγνώσει στὰ ὄμορφα μάτια του.
«Νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος,» φώναξε ἡ Ἀηδόνα, «νὰ εἶσαι εὐτυχισμένος· θὰ τὸ ἔχεις τὸ κόκκινό σου τριαντάφυλλο. Θὰ τὸ φτιάξω ἀπὸ μουσικὴ στὸ φεγγαρόφωτο, καὶ θὰ τὸ βάψω μὲ τῆς ἴδιας της καρδιᾶς μου τὸ αἷμα.



Τὸ μόνο ποὺ ζητῶ ἀπὸ σένα σ᾿ ἀντάλλαγμα εἶναι νὰ εἶσαι ἕνας ἀληθινὸς ἐραστής, γιατὶ ὁ Ἔρωτας εἶναι σοφότερος ἀπὸ τὴν Φιλοσοφία, ἂν καὶ εἶναι σοφή, καὶ δυνατότερος ἀπὸ τὴν Ἰσχύ, ἂν καὶ εἶναι ἰσχυρή.
Στὸ χρῶμα τῆς φωτιᾶς εἶναι τὰ φτερά του, καὶ βαμμένο σὰν φλόγα εἶναι τὸ σῶμα του. Τὰ χείλη του εἶναι γλυκὰ σὰν μέλι, καὶ ἡ ἀνάσα του εἶναι (μεθυστική) σὰν λιβάνι.»

Φοιτητὴς ὕψωσε τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸ γρασίδι, καὶ ἀφουγκράστηκε, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει τί τοῦ ἔλεγε ἡ Ἀηδόνα, γιατὶ ἤξερε μόνο τὰ πράγματα ποὺ εἶναι γραμμένα σὲ βιβλία.
Ἀλλὰ ἡ Βελανιδιὰ κατάλαβε, καὶ ἔνοιωσε θλίψη, γιατὶ πολὺ συμπαθοῦσε τὴ μικρὴ Ἀηδόνα ποὺ εἶχε φτιάξει τὴ φωλιά της μὲς τὰ κλαδιά της. «Τραγούδησέ μου ἕνα τελευταῖο τραγούδι,» ψιθύρισε· «Θὰ νοιώσω πολὺ μοναχικὰ ὅταν θὰ ἔχεις φύγει.»
Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα τραγούδησε στὴ Βελανιδιά, καὶ ἡ φωνή της ἦταν σὰν νερὸ ποὺ κελάρυζε ἀπὸ ἀσημένια κανάτα. Ὅταν εἶχε τελειώσει τὸ τραγούδι της ὁ Φοιτητὴς σηκώθηκε, καὶ ἔβγαλε ἕνα σημειωματάριο καὶ ἕνα μολύβι ἀπὸ τὴν τσέπη του.

«Ἔχει μορφή,» εἶπε στὸν ἑαυτό του, καθὼς ἀπομακρύνθηκε μέσα στὸ δασύλλιο -«αὐτὸ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τῆς τὸ ἀρνηθεῖ· ἀλλὰ ἔχει αἰσθήματα; Φοβᾶμαι πὼς ὄχι. Στὴν πραγματικότητα, εἶναι σὰν τοὺς περισσότερους καλλιτέχνες· εἶναι μόνο ὕφος, χωρὶς καμία εἰλικρίνεια.
Δὲν θὰ θυσίαζε τὸν ἑαυτό της γιὰ τοὺς ἄλλους. Σκέφτεται μοναχὰ γιὰ τὴ μουσική, καὶ ὅλοι ξέρουν ὅτι οἱ τέχνες εἶναι ἐγωιστικές. Ὅμως, πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι ἔχει κάποιες ὄμορφες νότες στὴ φωνή της. Τί κρῖμα εἶναι ποὺ δὲν σημαίνουν τίποτε, ἢ δὲν ἔχουν κανένα πρακτικὸ ὄφελος.»
Καὶ πῆγε στὸ δωμάτιό του, καὶ ξάπλωσε στὸ μικρό του ξυλοκρέβατο, καὶ ἄρχισε νὰ σκέφτεται τὴν ἀγάπη του· καί, μετὰ ἀπὸ κάποια ὥρα, ἀποκοιμήθηκε.

III
Καὶ ὅταν ἡ Σελήνη ἔλαμψε στοὺς οὐρανοὺς ἡ Ἀηδόνα πέταξε στὴν Τριανταφυλλιά, καὶ ἔβαλε τὸ στῆθος της πάνω στὸ ἀγκάθι.
Ὅλο τὸ βράδυ τραγουδοῦσε μὲ τὸ στῆθος της πάνω στὸ ἀγκάθι, καὶ ἡ ψυχρὴ κρυστάλλινη Σελήνη ἔσκυψε καὶ ἀφουγκράστηκε.
Ὅλη νύχτα τραγουδοῦσε, καὶ τὸ ἀγκάθι ἔμπαινε ὅλο καὶ βαθύτερα στὸ στῆθος της, καὶ τὸ αἷμα τῆς ζωῆς τῆς ἄδειαζε ἀπὸ μέσα της.



Τραγούδησε πρῶτα γιὰ τὴ γέννηση τῆς ἀγάπης στὴν καρδιὰ ἑνὸς ἀγοριοῦ καὶ ἑνὸς κοριτσιοῦ. Καὶ στὸ πιὸ ψηλὸ κλαδάκι τῆς Τριανταφυλλιᾶς ἄνθισε ἕνα θαυμάσιο τριαντάφυλλο, πέταλο μὲ τὸ πέταλο, τραγούδι μὲ τὸ τραγούδι.
Ὠχρὸ ἦταν, στὴν ἀρχή, ὅπως ἡ καταχνιὰ ποὺ κρέμεται πάνω ἀπὸ τὸ ποτάμι -ὠχρὸ σὰν τὰ πόδια τοῦ πρωινοῦ, καὶ ἀσημένιο σὰν τὰ φτερὰ τῆς αὐγῆς.
Σὰν τὴ σκιὰ ἑνὸς τριαντάφυλλού σε καθρέφτη ἀπὸ ἀσῆμι, σὰν τὴ σκιὰ ἑνὸς τριαντάφυλλού σε λίμνη νεροῦ, ἔτσι ἦταν τὸ τριαντάφυλλο ποὺ ἄνθισε στὸ ψηλότερο κλαδάκι τοῦ Δένδρου.

Μὰ τὸ Δένδρο φώναξε στὴν Ἀηδόνα νὰ πιέσει περισσότερο πάνω στὸ ἀγκάθι. «Πίεσε περισσότερο, μικρὴ Ἀηδόνα», φώναξε τὸ Δένδρο, «ἀλλιῶς ἡ Μέρα θά ῾ρθει πρὶν νὰ τελειώσει τὸ τριαντάφυλλο.»
Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα πίεσε περισσότερο πάνω στὸ ἀγκάθι, καὶ ὁλοένα καὶ δυνατότερο ἔγινε τὸ τραγούδι της, καθὼς τραγούδαγε γιὰ τὴ γέννηση τοῦ πάθους στὴν ψυχὴ ἑνὸς ἄνδρα καὶ μιᾶς κόρης. Καὶ μία ἁπαλὴ ἀπόχρωση ἀπὸ ρὸζ ἦρθε στὰ φύλλα τοῦ τριαντάφυλλου, σὰν τὸ ἀναψοκοκκίνισμα στὸ πρόσωπο τοῦ γαμπροῦ ὅταν φιλᾷ τὰ χείλη τῆς νύφης.

Ἀλλὰ τὸ ἀγκάθι δὲν εἶχε ἀκόμα φτάσει στὴν καρδιά της, κι ἔτσι ἡ καρδιὰ τοῦ τριαντάφυλλου παρέμενε λευκή, καθὼς μόνο τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς ἑνὸς Ἀηδονιοῦ μπορεῖ νὰ κοκκινίσει τὴν καρδιὰ ἑνὸς ρόδου.
Καὶ τὸ Δένδρο φώναξε στὴν Ἀηδόνα νὰ πιέσει περισσότερο πάνω στὸ ἀγκάθι. «Πίεσε περισσότερο, μικρὴ Ἀηδόνα», φώναξε τὸ Δένδρο, «ἀλλιῶς ἡ Μέρα θὰ ῾ρθει πρὶν νὰ τελειώσει τὸ τριαντάφυλλο.»
Ἔτσι ἡ Ἀηδόνα πίεσε περισσότερο πάνω στὸ ἀγκάθι, καὶ τὸ ἀγκάθι ἄγγιξε τὴν καρδιά της, καὶ μία ἄγρια σουβλιὰ πόνου τὴ διαπέρασε.

Πικρός, πικρὸς ἦταν ὁ πόνος, καὶ ὅλο καὶ πιὸ ξέφρενο γινόταν τὸ τραγούδι της, καθὼς τραγουδοῦσε γιὰ τὸν Ἔρωτα ποὺ τελειοποιεῖται μὲ τὸ Θάνατο, γιὰ τὸν Ἔρωτα ποὺ δὲν πεθαίνει στὸ μνῆμα.
Καὶ τὸ θαυμάσιο ρόδο ἔγινε βαθυκόκκινο, σὰν τὸ ροδόχρωμα τοῦ οὐρανοῦ τῆς ἀνατολῆς. Βαθυκόκκινη ἦταν ἡ γιρλάντα ἀπὸ πέταλα, καὶ πορφυρὴ σὰ ρουμπίνι ἦταν ἡ καρδιά.
Μὰ τῆς Ἀηδόνας ἡ φωνὴ γινόταν ὅλο καὶ πιὸ ἀχνή, καὶ τὰ μικρὰ φτερά της ἄρχισαν νὰ τρέμουν, καὶ μία λεπτὴ μεμβράνη σκέπασε τὰ μάτια της. Ὅλο καὶ πιὸ ἀδύναμο γινόταν τὸ τραγούδι της, καὶ ἔνοιωσε κάτι νὰ τὴν πνίγει στὸ λαιμό.



Τότε ἔβγαλε ἕνα τελευταῖο ξέσπασμα μουσικῆς. Ἡ λευκὴ Σελήνη τὸ ἄκουσε, καὶ ξέχασε τὴν αὐγή, καὶ παρέμεινε στὸν οὐρανό. Τὸ κόκκινο ρόδο τὸ ἄκουσε, καὶ τρεμούλιασε σύγκορμο ἀπὸ ἔκσταση, καὶ ἄνοιξε τὰ πέταλά του στὸν κρύο πρωινὸ ἀέρα.
Ἡ ἠχὼ τὸ μετέφερε στὶς πορφυροβαμμένες τῆς σπηλιὲς στοὺς λόφους, καὶ ξύπνησε τοὺς κοιμισμένους τσοπάνηδες ἀπὸ τὰ ὄνειρά τους. Ἀρμένισε μέσα ἀπὸ τὰ καλάμια τοῦ ποταμοῦ, καὶ αὐτὰ μετέφεραν τὸ μαντάτο του στὴ θάλασσα.
«Κοίτα, κοίτα!» φώναξε τὸ δένδρο, «τὸ τριαντάφυλλο εἶναι ἕτοιμο τώρα»· μὰ ἡ Ἀηδόνα δὲν ἔδωσε καμία ἀπάντηση, γιατὶ κειτόταν νεκρὴ στὸ ψηλὸ χορτάρι, μὲ τὸ ἀγκάθι στὴν καρδιά της.

IV
Καὶ τὸ μεσημέρι ὁ Φοιτητὴς ἄνοιξε τὸ παράθυρό του καὶ κοίταξε ἔξω. «Τί ἔκπληξη, τί θαυμάσια τύχη!» Ξεφώνησε· «νὰ ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο!
Δὲν ἔχω ποτὲ δεῖ τριαντάφυλλο σὰν κι αὐτὸ σὲ ὅλη μου τὴ ζωή. Εἶναι τόσο ὄμορφο ποὺ εἶμαι σίγουρος ὅτι ἔχει ἕνα μακρὺ Λατινικὸ ὄνομα»· καὶ ἔσκυψε καὶ τὸ ἔκοψε.
Μετὰ φόρεσε τὸ καπέλο του, καὶ ἔτρεξε μέχρι τὸ σπίτι τοῦ Καθηγητῆ μὲ τὸ τριαντάφυλλο στὸ χέρι του. Ἡ κόρη τοῦ Καθηγητῆ καθόταν στὴν ἐξώπορτα τυλίγοντας μπλὲ μετάξι σὲ μιὰ κουβαρίστρα, καὶ τὸ σκυλάκι της ἦταν ξαπλωμένο στὰ πόδια της.



«Εἶπες ὅτι θὰ χόρευες μαζί μου ἂν σοῦ ἔφερνα ἕνα κόκκινο τριαντάφυλλο,» φώναξε ὁ Φοιτητής. «Ὁρίστε τὸ πιὸ κόκκινο τριαντάφυλλο σ᾿ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Θὰ τὸ φορέσεις σήμερα τὸ βράδυ δίπλα στὴν καρδιά σου, καὶ καθὼς θὰ χορεύουμε μαζὶ θὰ σοῦ λέει πόσο σὲ ἀγαπῶ
Μὰ τὸ κορίτσι κατσούφιασε. «Φοβᾶμαι ὅτι δὲν θὰ ταιριάζει μὲ τὸ φόρεμά μου,» ἀπάντησε· «καί, ἐκτὸς αὐτοῦ, ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Αὐλάρχη μοῦ ἔχει στείλει μερικὰ ἀληθινὰ πετράδια, καὶ ὅλοι ξέρουν ὅτι τὰ πετράδια κοστίζουν πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὰ λουλούδια.»



«Λοιπόν, στὸ λόγο μου, εἶσαι πολὺ ἀχάριστη,» εἶπε ὁ Φοιτητὴς θυμωμένα· καὶ πέταξε τὸ τριαντάφυλλο στὸ δρόμο, κι ἐκεῖνο ἔπεσε μέσα στὸ ρεῖθρο, καὶ ὁ τροχὸς μιᾶς ἅμαξας πέρασε ἀπὸ πάνω του.
«Ἀχάριστη!» εἶπε τὸ κορίτσι. «Γιὰ νὰ σοῦ πῶ, εἶσαι πολὺ ἀναιδής· Καί, ἔπειτα, ποιὸς εἶσαι ἐσύ; Ἕνας φοιτητάκος.Γιατὶ, δὲν πιστεύω ὅτι οὔτε κἂν ἔχεις ἀσημένιες ἀγκράφες στὰ παπούτσια σου ὅπως ἔχει ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Αὐλάρχη»· καὶ σηκώθηκε ἀπὸ τὴν καρέκλα της καὶ μπῆκε μέσα στὸ σπίτι.



«Τί ἀνόητο πρᾶγμα ποὺ εἶναι ὁ Ἔρωτας,» εἶπε ὁ φοιτητὴς καθὼς ἔφευγε. «Δὲν εἶναι οὔτε κατὰ τὸ ἥμισυ τόσο χρήσιμος ὅσο ἡ Λογική, καθὼς δὲν ἀποδεικνύει τίποτε, καὶ πάντοτε σοῦ τάζει πράγματα ποὺ δὲν πρόκειται νὰ συμβοῦν, καὶ σὲ κάνει νὰ πιστεύεις πράγματα ποὺ δὲν εἶναι ἀληθινά.
Στὴν πραγματικότητα, δὲν εἶναι διόλου πρακτικός, καί, καθὼς στὴν ἐποχή μας τὸ νὰ εἶσαι πρακτικὸς εἶναι τὸ πᾶν, θὰ ἐπιστρέψω στὴν Φιλοσοφία καὶ θὰ μελετήσω Μεταφυσική.» Ἔτσι ἐπέστρεψε στὸ δωμάτιό του καὶ τράβηξε ἕνα μεγάλο σκονισμένο βιβλίο, καὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει.



Όσκαρ Ουάιλντ "Εννέα Μαγικά Παραμύθια"...

Puressence - I Suppose



I suppose that I'm all right now,
When all you ever gave was nothing,
I suppose you taught me well now,
When all I ever learned was something,
I suppose that I'm all right now,
I'm all right now and I suppose it,
They suppose they taught me well now,
You taught me hell now and no one knows it,
All right now, all right now, all right now,
There's no horses left to bet on,
And all your pretty purse is blown away,
Someone shows me I've been stepped on,
And now I'm left with nothing more to say,
And I propose we're not all right now,
But I'm all right now, and I propose it,
They suppose they taught me well now,
You taught me hell now and no one knows it,
You're getting sucked in little by little,
And I suppose you feel all right now, all right now, don't feel,
You're getting shot down a little by little,
And I suppose you feel all right now and no one knows it,
( I've got nothing and I feel fine)
(I'm right now, I'm right now)
Have you lost your feeling?
Have you lost your sense of breathing?
Have you gained that tainted feeling?
So, so cold,
Someone poisoned what you're eating,
You're getting shot down, you're getting pushed in, a little by little,
And I suppose you feel all right now, all right now, don't feel,
You're getting shot down a little by little,
And I suppose you feel all right now, all right now, don't feel,
You're getting pushed in a little by little,
And I'm all right now and no one knows it,
And no one knows it, and no one knows it,
And no one knows it, and no one knows it.



Puressence - Don't Know Any Better



Well I'm coming home again
on a future missing plane
and there's water on the window
a message in the rain

Just when I thought all was lost
nothing could describe it
If you' re fighting for a cause
nobody should hide it

Here's my excuse, here's my excuse
and I don't know any better
who do you lose, who do you lose
when you don't know any better

Well I'm driving home again
try to lose the pain she gain
and the radio explains
someone else just took my place

Here's my excuse, here's my excuse
and I don't know any better
Falling for you, falling for you
cause I don't know any better

You think we are all the same..
You think I'll never change..



12 Ιανουαρίου 2010

Ελληνίδα μάνα

Γυρίζει από mail σε mail και είπα να το μοιραστώ μαζί σας!

«Ελληνίδα μάνα: 25+1 πράγματα που μ΄ έμαθε η μάνα μου».

1. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ
Αν πρόκειται να σκοτωθείτε με τον αδερφό σου, πηγαίνετε έξω. Μόλις τελείωσα το σφουγγάρισμα.

2. ΠΡΟΣΕΥΧΗ
«Κάνε την προσευχή σου να βγει ο λεκές από το χαλί».

3. ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ
«Αν την άλλη Πέμπτη που θα πάω στο σχολείο σου για το τρίμηνο δεν έχεις καλούς βαθμούς, καλύτερα να έχεις φύγει από το σπίτι πριν γυρίσω».

4. ΛΟΓΙΚΗ
«Δεν έχει γιατί. Γιατί έτσι είπα εγώ».

5. ΤΕΤΡΑΓΩΝΗ ΛΟΓΙΚΗ
«Αν πέσεις και ματώσεις τα γόνατά σου, θα φας το ξύλο της χρονιάς σου γιατί θα έχεις σκίσει και το παντελόνι σου».

6. ΠΡΟΝΟΗΤΙΚΟΤΗΤΑ
«Άλλαξε βρακί, ρε παιδάκι μου. Αν χτυπήσεις και σε πάνε στο νοσοκομείο τι θα πουν οι γιατροί;».

7. ΕΙΡΩΝΕΙΑ
«Σταμάτα να κλαις δίχως λόγο, γιατί θα σε κάνω να κλάψεις με λόγο».



8. ΕΥΛΥΓΙΣΙΑ
«Ωραίο πλύσιμο έκανες! Δεν βλέπεις το σβέρκο σου που είναι μαύρος;».

9. ΩΣΜΩΣΗ
«Κλείσε το στόμα σου και φάε το φαΐ σου».

10. ΑΝΤΟΧΗ
«Δεν θα σηκωθείς από το τραπέζι αν δεν φας όλα τα ρεβίθια σου».

11. ΚΑΙΡΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ
«Το δωμάτιό σου είναι σαν να το χτύπησε τυφώνας».

12. ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ
«Ό,τι σου λέω εγώ σου φαίνεται παράλογο. Εσύ τα ξέρεις όλα κι εγώ είμαι παράλογη, έτσι;».

13. ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ
«Συνέχισε την γκρίνια και θα δεις! Εγώ σε γέννησα, εγώ θα σε σκοτώσω».

14. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ
«Πού τα ΄μαθες αυτά, ρε παιδάκι μου; Γιατί δεν βλέπεις τον αδερφό σου; Έτσι κάνει;».

15. ΖΗΛΙΑ
«Εγώ στην ηλικία σου δεν είχα παπούτσια να φορέσω. Χιλιάδες παιδάκια σήμερα γυρνάνε ξυπόλητα. Μην είσαι αχάριστη».

16. ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
«Περίμενε να πάμε σπίτι και θα δεις».

17. ΥΠΟΜΟΝΗ
«Θα το ανοίξουμε όταν πάμε σπίτι».

18. ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΗ
«Σταμάτα να αλληθωρίζεις γιατί στο τέλος θα μείνεις αλλήθωρη».

19. ΥΠΕΡΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ
«Βάλε το πουλόβερ σου. Κάνει κρύο και δεν το καταλαβαίνεις».



20. ΧΙΟΥΜΟΡ
«Αν κοπείς με το μαχαίρι μην έρθεις κλαίγοντας σε μένα, γιατί θα τις φας κι από πάνω».

21. ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ
«Αν δεν φας όλο το φαΐ σου δεν θα μεγαλώσεις».

22. ΓΕΝΕΤΙΚΗ
«Όλα τα ελαττώματα του πατέρα σου πήρες».

23. ΚΑΤΑΓΩΓΗ
«Όταν σου δίνουν κάτι να λες ευχαριστώ. Μην είσαι βλάχος».

24. ΣΟΦΙΑ
«Όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις».

25. ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
«Θα κάνεις και συ παιδιά μια μέρα. Μακάρι να σου κάνουν ό,τι κάνεις εσύ σε μένα». 25+1.  
 
ΑΜΕΤΡΟΕΠΕΙΑ
Αμέσως μετά τον γάμο: «Άντε, κάντε κι ένα παιδάκι τώρα. Εγώ είμαι εδώ, εγώ θα το μεγαλώσω».
Ένα-δυο χρόνια αργότερα: «Όποιος έχει παιδί κάθεται στο σπίτι του και το μεγαλώνει. Αρκετά! Εγώ τα δικά μου τα μεγάλωσα».

Ποιο εφαρμόζει ακόμα η δική σας μάνα; Προσθέστε και τα δικά σας!

Hawkwind - Heads (subtitled DE - EN)



Limits of the infinite
Have never been defined
A spirit lies in atrophy
In a state to late to unwind
Trophies on the back shelves
Procreating all our race

Ideals of our fantasies
On which all things are based
Collecting every prospect
Running through your tests
With manikin expressions
They end up like the rest
In glass booths they're wired
With needles in their flesh

They're pickled for posterity
And eternally refreshed
So link yourself to others
Talk yourself to sleep
It's all so superficial

No use for you to weep
So place your trust in science
For it has come so far

Well, Necromancy lives forever
Preserved within a jar


11 Ιανουαρίου 2010

Κώστας Καρυωτάκης (ΤΟ ΤΕΛΟΣ)



Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,

κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,

κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,

πουλάκι με σπασμένα τα φτερά


Κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι

στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,

το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι

κι αν ξέρω πως ποτέ δεν θα ειπωθεί


Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου

βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ

καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου

σαν βλέπω το μεγάλο ουρανό,


η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,

και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,

μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,

μου λέει για κάποια που ’ζησα ζωή.


Στίχοι: Κώστας Καρυωτάκης

Ανδρείκελα - Κώστας Καρυωτάκης - Μουσική Υπόγεια Ρεύματα




Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη, Σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία. Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή. Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία. Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό, Ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια, Χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό, Άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια. Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά, Η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη. Αλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά Όποιος πατάει πάνω μας καθώς διαβαίνει. Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός. Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα, Ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός Πόνος μας, να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (ΤΟ ΤΕΛΟΣ)


1928: Πρίν την αυτοκτονία: Στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού, ο Ηρακλής Ντούσιας, περιέγραψε ότι δύο ώρες πρό της αυτοκτονίας του, περί τις 2.30 μμ, ο Καρυωτάκης πήγε στο τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» στή θέση Βρυσούλα (μπροστά από το σημερινό ξενοδοχείο Zikas Hotel) όπου παρήγγειλε και ήπιε μιά βυσσινάδα. Ο καφεπώλης κ. Ηρακλής Ντούσιας παραξενεύτηκε τότε, γιατί ο ποιητής του άφησε στό τραπέζι 75 δραχμές πουρμπουάρ («ολόκληρη περιουσία είπε»), ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει («από τά χύμα») και μιά κόλλα χαρτί (τετράδιο) όπου έγραψε τίς τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του και διασώθηκαν.

1928: Το περίστροφο: Ο γιός του οπλοπώλη Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, πολιτικός μηχανικός ΤΕ, δηλώνει στό ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι την προηγουμένη ημέρα τής αυτοκτονίας ο Καρυωτάκης αγόρασε από το κατάστημα του πατέρα του ένα περίστροφο, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι «είχε βλάβη», ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια. Αυτό εξηγήθηκε ως πρόθεσή του να αυτοκτονήσει αυθημερόν. Το περίστροφο αυτό είναι τύπου Bayard 9mm και παραχωρήθηκε από τους απογόνους της οικογένειας Καρυωτάκη και εκτίθεται από το έτος 2003 στο Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα.

1928: Το τέλος, η αυτοκτονία του: Στις 21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μμ, και σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο Κώστας Καρυωτάκης περπάτησε από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, μια απόσταση περίπου 400 μέτρων. Ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε με πιστόλι στην καρδιά. Στη θέση αυτή βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Στρατού και υπάρχει εκεί αναμνηστική Μαρμάρινη πλάκα που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης» Η γνωστή φωτογραφία που δείχνει νεκρό τον Κ. Καρυωτάκη με το κεφάλι του στηριζόμενο πάνω στο ψάθινο καπέλο δόθηκε στη δημοσιότητα από την τότε Χωροφυλακή.

1928: Η τελευταία του επιστολή: Στην τσέπη του κουστουμιού του Κώστα Καρυωτάκη βρέθηκε η εξής επιστολή: «Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.» Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Ολη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου. Κ.Γ.Κ. (Κώστας Γ. Καρυωτάκης)

Πρεβεζα - Κώστας Καρυωτάκης Μουσική - Βασιλης Παπακωνσταντινου



Εκτελεστής: ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΒΑΣΙΛΗΣ

'Αλμπουμ: ΦΟΒΑΜΑΙ - 1982

Στίχοι: Κώστας Καρυωτάκης
Μουσική: Γιάννης Γλέζος
Πρώτη εκτέλεση: Θανάσης Γκαϊφύλιας

Θάνατος είναι οι κάργιες
που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζανε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί κι ασήμαντοι δρόμοι,
με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας γύρω η θάλασσα κι ακόμη
ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος κι ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια ελλειπή μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις φρουρά εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,
πρώτη κατάθεσης δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία
"Υπάρχω" λες κι ύστερα "Δεν υπάρχεις".
Φτάνει το πλοίο υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος νομάρχης.



Τα Επτά Θαύματα του Κόσμου

Μου έστειλαν το κάτωθι email και θα ήθελα να το μοιραστώ με όλους εσάς:
Ζητήθηκε από μία ομάδα μαθητών να γράψουν μια λίστα με αυτά που κατά τη γνώμη τους ήταν τα σημερινά “Επτά θαύματα του κόσμου”. Παρότι υπήρξαν κάποιες διαφωνίες, οι περισσότερες γνώμες αφορούσαν τα παρακάτω:

1. Οι Πυραμίδες της Αιγύπτου

2. Το Taj Mahal

3. Το Grand Canyon

4. Το Κανάλι του Παναμά

5. Το Empire State Building

6. Η Βασιλική του Αγίου Πέτρου

7. Το Σινικό Τείχος

Ενώ μάζευαν τα γραπτά, ο δάσκαλος πρόσεξε ότι μια μαθήτρια δεν είχε τελειώσει ακόμη το γράψιμο. Τη ρώτησε λοιπόν αν είχε κάποιο πρόβλημα με τη λίστα της.
Το κορίτσι απάντησε “Ναι, έχω πρόβλημα. Δεν μπορώ εύκολα να αποφασίσω γιατί είναι τόσα πολλά”. Ο δάσκαλος είπε “Πες μας λοιπόν τι έχεις γράψει για να δούμε αν μπορούμε να σε βοηθήσουμε”.

Το κορίτσι στην αρχή δίστασε μα μετά διάβασε:
“Πιστεύω ότι τα Επτά Θαύματα του Κόσμου είναι:

1. Να βλέπεις.

2. Να ακούς.

3. Να αγγίζεις.

4. Να γεύεσαι.

5. Να αισθάνεσαι.

6. Να γελάς.

7. Και να αγαπάς.

Η ησυχία στην αίθουσα ήταν τέτοια που θα άκουγες και μια καρφίτσα αν έπεφτε. Τα πράγματα που παραβλέπουμε σαν απλά και συνηθισμένα και που τα παίρνουμε για δεδομένα, είναι πραγματικά τόσο εκπληκτικά και άξια θαυμασμού.

Μία μικρή υπενθύμιση:
Τα πολύτιμα πράγματα στη ζωή δεν μπορεί να τα χτίσεις με το χέρι, ούτε να τα αγοράσεις.



Όταν ήμουνα μικρός
Στα όνειρά μου πάντα ερχότανε
Ένας άσπρος αετός
Με κοιτούσε και θυμότανε

Όταν ήμουνα μικρός
Μες στα κύματα δε μ’ ένοιαζε
Αν ο κόσμος είναι απλός
Ή αν έτσι απλώς εμένα μου έμοιαζε


Διαμαντένιος ο ουρανός
Τ’ άστρα στα μάτια της γυαλίζανε
Διαμαντένιος ουρανός
Κάτι φωνές μου ψιθυρίζανε

Αν κατάλαβα ακριβώς
Μου ‘πε πως δε θα ξαναρχότανε
Ο πρώτος κεραυνός
Από μακριά ακουγότανε

Έγινα βροχοποιός
Γιατί τα δάκρυα στερέψανε
Πάλι αστράφτει, κοίτα φως
Νιώθω σαν να με μαγέψανε

Έρχεται ο βροχοποιός
Πες του πως τίποτα δε χάθηκε
Μη λυπάσαι, κλαίει αυτός
Από έρωτα τρελάθηκε

Έρχεται ο βροχοποιός
Γιατί τα δάκρυα στερέψανε
Πάλι αστράφτει κοίτα φως
Νιώθω σαν να με μαγέψανε

Όταν ήμουνα μικρός
Όλοι λένε πως ξεχνιόμουνα
Στη βεράντα εκεί στο φως
Με κοιτούσες που κοιμόμουνα

Στίχοι: Παύλος Παυλίδης
Μουσική: Παύλος Παυλίδης
Πρώτη εκτέλεση: Παύλος Παυλίδης


10 Ιανουαρίου 2010

Γυμνό σώμα

Είπε: ψηφίζω το γαλάζιο.
Εγώ το κόκκινο. Κι εγώ.
Το σώμα σου ωραίο Το σώμα σου απέραντο.
Χάθηκα στο απέραντο.
Διαστολή της νύχτας. Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.
Όσο απομακρύνεσαι Σε πλησιάζω.
Ένα άστρο έκαψε το σπίτι μου.
Οι νύχτες με στενεύουν στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.
Η γλώσσα μου στο στόμα σου
η γλώσσα σου στο στόμα μου- σκοτεινό δάσος.
Οι ξυλοκόποι χάθηκαν και τα πουλιά.
Όπου βρίσκεσαι υπάρχω.
Τα χείλη μου περιτρέχουν τ' αφτί σου.
Τόσο μικρό και τρυφερό πως χωράει όλη τη μουσική;
Ηδονή-πέρα απ' τη γέννηση,πέρα απ' το θάνατο.
Τελικό κι αιώνιο παρόν.
Αγγίζω τα δάχτυλα των ποδιών σου.
Τι αναρίθμητος ο κόσμος.
Μέσα σε λίγες νύχτες
πως πλάθεται και καταρρέει όλος ο κόσμος;
Η γλώσσα εγγίζει βαθύτερα απ' τα δάχτυλα.
Ενώνεται.
Τώρα με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου κι ο σφυγμός μου.
Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας κι εννιά δευτερόλεπτα.
Τι να τα κάνω τ' άστρα αφού λείπεις;
Με το κόκκινο του αίματος είμαι.

Γιάννης Ρίτσος

Melissa Etheridge - Like The Way I Do



Is it so hard to satisfy your senses
You found out to love me you have to climb some fences
Scratching and crawling along the floor to touch you
And just when it feels right you say you found someone else to hold you
Does she like i do

Tell me does she love you like the way I love you
Does she stimulate you attract and captivate you
Tell me does she miss you existing just to kiss you
Like the way I do
Tell me does she want you infatuate and haunt you
She knows just how to shock you electrify and rock you
Does she inject you seduce you and affect you
Like the way I do

Can I survive all the implications
Even if I tried could you be less than an addiction
Don't you think I know there's so many others
Who would beg steal and lie fight kill and die
Just to hold you hold you like I do

Tell me does she love you like the way I love you
Does she stimulate you attract and captivate you
Tell me does she miss you existing just to kiss you
Like the way I do
Tell me does she want you infatuate and haunt you
Does she know just how to shock and electrify and rock you
Does she inject you seduce you and affect you
Like the way I do

Nobody loves you like the way I do
Nobody wants you like the way I do
Nobody needs you like the way I do
Nobody aches nobody aches just to hold you
Like the way I do

Tell me does she love you like the way I love you
Does she stimulate you attract and captivate you
Tell me does she miss you existing just to kiss you
Like the way I do
Tell me does she want you infatuate and haunt you
Does she know just how to shock and electrify and rock you
Does she inject you seduce you and affect you
Like the way I do...


Ἄγγελος Σικελιανὸς

Ἄγγελος Σικελιανὸς (Λευκάδα, 15 Μαρτίου 1884 – Ἀθήνα, 19 Ἰουνίου 1951) ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς μείζονες Ἕλληνες ποιητές. Τὸ ἔργο του διακρίνεται ἀπὸ ἕναν ἔντονο λυρισμὸ καὶ ἕναν ἰδιαίτερο γλωσσικὸ πλοῦτο.

Βιογραφία

Γεννήθηκε στὴ Λευκάδα ὅπου καὶ πέρασε τὰ παιδικά του χρόνια. Ἀποφοίτησε ἀπὸ τὸ γυμνάσιο τὸ 1900 καὶ τὸν ἑπόμενο χρόνο γράφτηκε στὴν Νομικὴ Σχολὴ τῆς Ἀθήνας χωρὶς ὡστόσο νὰ ὁλοκληρώσει ποτὲ τὶς νομικές του σπουδές. Τὰ ἐνδιαφέροντά του ἦταν καθαρὰ λογοτεχνικὰ καὶ ἀπὸ νωρὶς μελέτησε Ὅμηρο, Πίνδαρο, Ὀρφικοὺς καὶ Πυθαγόρειους, λυρικοὺς ποιητές, προσωκρατικοὺς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αἰσχύλο ἀλλὰ καὶ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ξένους λογοτέχνες ὅπως τὸν Ντ᾿ Ἀννούντσιο. Τὰ ἑπόμενα χρόνια πραγματοποίησε ἀρκετὰ ταξίδια καὶ στράφηκε στὴν ποίηση καὶ τὸ θέατρο. Σημαντικὸ σταθμὸ στὴ ζωὴ τοῦ Σικελιανοῦ ἀποτέλεσε ὁ γάμος του, τὸ 1907, μὲ τὴν Ἀμερικανίδα Eva Parlmer, ἡ ὁποία σπούδαζε στὸ Παρίσι ἑλληνικὴ ἀρχαιολογία καὶ χορογραφία. Ὁ γάμος τους τελέστηκε στὴν Ἀμερικὴ ἐνῷ ἐγκαταστάθηκαν στὴν Ἀθήνα τὸ 1908. Ἐκείνη τὴν περίοδο, ὁ Σικελιανὸς ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ ἀρκετοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους καὶ τελικὰ τὸ 1909 δημοσίευσε τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογὴ Ἀλαφροΐσκιωτος, ἡ ὁποία προκάλεσε ἰδιαίτερη αἴσθηση στοὺς φιλολογικοὺς κύκλους, ἀναγνωριζόμενη ὡς ἔργο σταθμὸς στὴν ἱστορία τῶν νεοελληνικῶν γραμμάτων. Ἀκολούθησε μία περίοδος ἔντονης ἀναζήτησης ποὺ καταλήγει στὴν ἔκδοση τῶν τεσσάρων τόμων τῆς ποιητικῆς συλλογῆς Πρόλογος στὴ Ζωή, Ἡ Συνείδηση τῆς Γῆς μου (1915), Ἡ Συνείδηση τῆς Φυλῆς μου (1915), Ἡ Συνείδηση τῆς Γυναίκας (1916) καὶ Ἡ Συνείδηση τῆς Πίστης (1917). Ὁ Πρόλογος στὴ Ζωὴ ὁλοκληρώθηκε ἀργότερα μὲ τὴ Συνείδηση τῆς Προσωπικῆς Δημιουργίας. Ἀκολουθοῦν ἀκόμα τὰ χαρακτηριστικὰ ποιήματα Τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων καὶ Μήτηρ Θεοῦ, τῆς περιόδου 1917-1920 καθὼς καὶ διάφορες συνεργασίες του μὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ τῆς ἐποχῆς.
Ἡ ἀρχαιοελληνικὴ πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα ἀπασχόλησε βαθιὰ τὸν Σικελιανὸ καὶ συνέλαβε τὴν ἰδέα νὰ δημιουργηθεῖ στοὺς Δελφοὺς ἕνας παγκόσμιος πνευματικὸς πυρήνας ἱκανὸς νὰ συνθέσει τὶς ἀντιθέσεις τῶν λαῶν («Δελφικὴ Ἰδέα»). Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, ὁ Σικελιανός, μὲ τὴ συμπαράσταση καὶ οἰκονομικὴ ἀρωγὴ τῆς γυναίκας του, δίνει πλῆθος διαλέξεων καὶ δημοσιεύει μελέτες καὶ ἄρθρα. Παράλληλα, ὀργανώνει τὶς «Δελφικὲς Ἑορτὲς» στοὺς Δελφοὺς μὲ τὶς παραστάσεις τοῦ Προμηθέα Δεσμώτη (1927) καὶ τῶν Ἱκέτιδων (1930) τοῦ Αἰσχύλου νὰ ἀνεβαίνουν στὸ ἀρχαῖο θέατρο. Ἡ «Δελφικὴ Ἰδέα» ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες παραστάσεις περιελάμβανε καὶ τὴν «Δελφικὴ Ἕνωση», μιὰ παγκόσμια ἕνωση γιὰ τὴ συναδέλφωση τῶν λαῶν, καὶ τὸ «Δελφικὸ Πανεπιστήμιο», στόχος τοῦ ὁποίου θὰ ἦταν νὰ συνθέσει σὲ ἕναν ἑνιαῖο μύθο τὶς παραδόσεις ὅλων τῶν λαῶν. Γιὰ τὶς πρωτοβουλίες αὐτές, τὸ 1929, ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ἀπένειμε στὸ Σικελιανὸ ἀργυρὸ μετάλιο γιὰ τὴ γενναία προσπάθεια ἀναβίωσης τῶν δελφικῶν ἀγώνων. Ἀπὸ τὸ φιλόδοξο αὐτὸ σχέδιο τὸ μόνο ποὺ πραγματοποιήθηκε τελικὰ ἦταν οἱ Δελφικὲς Ἑορτές, ἀλλὰ καὶ αὐτὲς ὁδήγησαν σὲ οἰκονομικὴ καταστροφὴ καὶ χωρισμὸ τοῦ ζεύγους, ἀφοῦ ἡ Εὔα Πάλμερ ἐγκαταστάθηκε ἀπὸ τότε στὴν Ἀμερικὴ καὶ ἐπέστρεψε μόνο μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ποιητῆ. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς γερμανικῆς κατοχῆς, ὁ Σικελιανὸς διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὴν πνευματικὴ ἀντίσταση τοῦ λαοῦ, μὲ κορυφαία ἐκδήλωση τὸ ποίημα καὶ τὸ λόγο ποὺ ἐκφώνησε στὴν κηδεία τοῦ Παλαμᾶ τὸ 1943.
Τὸ 1946 ἐξελέγη πρόεδρος τῆς Ἑταιρείας Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν ἐνῷ τὸ 1949 ἦταν ὑποψήφιος γιὰ τὸ Βραβεῖο Νομπέλ. Ὁ ἐπιφανὴς λυρικὸς ποιητὴς καὶ πεζογράφος Ἄγγελος Σικελιανὸς πέθανε στὴν Ἀθήνα τὸ 1951 καὶ τάφηκε στοὺς Δελφούς.
Ὁ Σικελιανὸς εἶχε ἐξοχικὴ παραλιακὴ κατοικία στὴ Σαλαμίνα μπροστὰ ἀπὸ τὴ Μονὴ Φανερωμένης. Ἐκεῖ ὁ Βασιλεὺς Παῦλος ἐπισκέπτοταν τὸν ποιητὴ κάθε φορὰ ποὺ μετέβαινε στὸ Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Διατηροῦσε ἐπίσης ἐξοχικὴ κατοικία στὴ Συκέα Κορινθίας.

Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης



Ὁ ποιητῆς Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στὴ Λευκάδα τὸ 1824, ἀλλὰ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἤπειρο. Ὅταν τελείωσε τὸ δημοτικὸ καὶ τὸ γυμνάσιο στὴ Λευκάδα, φοίτησε στὴν Ἰόνιο Ἀκαδημία τῆς Κέρκυρας, κοντὰ σ᾿ ἐπιφανεῖς δασκάλους, ὅπως ὁ Ἀσώπιος καὶ ὁ Ἰωάννης Οἰκονομίδης.
Ἀφοῦ τελείωσε τὴν Ἀκαδημία, σὲ ἡλικία δεκαεφτὰ χρονῶν, σπούδασε νομικὰ στὰ πανεπιστήμια τοῦ Παρισιοῦ, τῆς Γενεύης καὶ τῆς Πίζας. Ὕστερα ἀπὸ μία σύντομη παραμονὴ στὴ Λευκάδα, ἐπισκέφτηκε καὶ πάλι πολλὲς ἀπὸ τὶς γνωστὲς τότε εὐρωπαϊκὲς χῶρες, γιὰ νὰ καταλήξει τελικὰ στὴν Ἀγγλία, ὅπου ἔμεινε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια.
Τὸ 1853 ὅμως ἐπέστρεψε ὁριστικὰ στὴ Λευκάδα καὶ ἀναμείχτηκε στὴν πολιτική. Ἐκλέχτηκε βουλευτὴς τῆς «Ἰονίου Πολιτείας» καὶ ἀγωνίστηκε γιὰ μία ἑπταετία γιὰ τὰ δίκαια τῶν Ἐφτανήσων. Ἡ ἐνσωμάτωση τῶν Ἐπτανήσων στὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητάς της μὲ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἠπείρου, ὑπῆρξαν ὄνειρά του. Μετὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἐπτανήσων ἐκλέχτηκε πρῶτος ἀντιπρόσωπός τους στὴν ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἀθήνας.
Στὴ συνέχεια ἔδρασε ὡς βουλευτὴς στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ παραιτηθεῖ ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ τὸ 1868. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πολιτικῆς του δράσης, οἱ ἀγορεύσεις του ἦταν σωστὰ ποιήματα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ρητορική του ἱκανότητα ἔμεινε ἀλησμόνητη. Ὁ Βαλαωρίτης ἦταν ἕνας ριζοσπάστης ποὺ δὲν περιορίστηκε μόνο στὴ θεωρητικὴ ἐπιβολὴ τῆς ἰδεολογίας του. Προσπάθησε νὰ ἀποτινάξει κάθε ἴχνος ξενομανίας καὶ νὰ διώξει τὴν κακὴ ἐπιρροὴ ποὺ ἀσκοῦσαν οἱ Ἄγγλοι στὰ Ἐπτάνησα καὶ οἱ Βαυαροὶ στὸ νεοσύστατο κράτος.
Ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης δὲ δείλιαζε καὶ δὲν ὑποχωροῦσε μπροστὰ σὲ τίποτα προκειμένου νὰ ἐπιτύχει τοὺς στόχους του. Ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὸ ἂν εἶχε νὰ κάνει μὲ ὑψηλὰ πρόσωπα. Γι᾿ αὐτὸν πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἦταν τὸ καθῆκον γιὰ τὴν πατρίδα, ποὺ ἔπρεπε νὰ τὸ φέρει σὲ καλὸ τέλος. Ὅταν τὸ 1868 ἐγκατέλειψε τὸν πολιτικὸ στίβο, δὲν ἔπαψε νὰ παρακολουθεῖ ἀπὸ κοντὰ τὸ πολιτικὰ πράγματα μία καὶ οἱ στόχοι του δὲν εἶχαν ἀκόμη ἀκπληρωθεῖ ὁλοκληρωτικά.
Ἂν καὶ ἔκανε πολλὰ ταξίδια, ἂν καὶ ἔλαβε δυτικὴ μόρφωση, παρέμεινε ὡς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ ἕνας πραγματικὸς Ἕλληνας. Αὐτὸ ἐξάλλου ἀπαιτοῦσε καὶ ἡ ἐποχὴ μέσα στὴν ὁποία ζοῦσε. Δὲν ἦταν μόνο θαυμαστῆς τῶν παλικαριῶν, ἦταν καὶ ὁ ἴδιος λαμπρὸ παλικάρι.
Ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης πέθανε στη Λευκάδα τὸ 1879 ἀπὸ καρδιακὴ προσβολή.

Ο ναός του Παντοκράτορα στο κέντρο της αγοράς στην πόλη της Λευκάδας ανήκει στους απογόνους της οικογένειας Βαλαωρίτη. Πίσω από το ιερό βήμα βρίσκεται ο τάφος του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ενώ στο εσωτερικό της έχουν ταφεί κι άλλοι εξέχοντες Λευκαδίτες.

Τὸ ἔργο του

Στὰ γράμματα παρουσιάστηκε σὲ ἡλικία 23 χρονῶν μὲ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ «Στιχουργήματα». Ἐξέδωσε ἐπίσης τὶς συλλογὲς «Μνημόσυνα» καὶ «Κυρὰ Φροσύνη» καὶ τὰ δραματικὰ ποιήματα «Ἀθανάσης Διάκος», «Ἀστραπόγιαννος», «Θανάσης Βάγιας», «Σαμουήλ» καὶ «Φυγή». Ἔγραψε ἀκόμα καὶ πολλὰ ἄλλα ποιήματα, ἐνῷ ἄφησε ἡμιτελὲς τὸ τελευταῖο του ἔργο «Φωτεινός».
Ὁ Βαλαωρίτης εἶναι ἐπικοδραματικὸς στὰ πατριωτικά του ποιήματα καὶ λυρικὸς στὰ ποιήματα ποὺ ἀναφέρονται σὲ ὑποκειμενικὰ θέματα. Τὸν ἀληθινὸ Βαλαωρίτη τὸν βρίσκουμε στὰ μεγάλα δεκαπεντασύλλαβα πατριωτικά του ἔπη. Καὶ ἀφοῦ εἶναι γνήσια ἐπικός, γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο εἶναι καὶ θεατρικός. Θεωρεῖται ὡς ὁ συνεχιστῆς τοῦ Ὁμήρου, κάπως μακρινὸς βέβαια καὶ ὄχι τοῦ ἰδίου ὕψους. Στὰ μεγάλα ποιήματά του περιγράφει γεγονότα τῆς ἀντικειμενικῆς πραγματικότητας. Καὶ τὰ περιγράφει μὲ τέτοια παραστατικότητα, μὲ τέτοια ζωντάνια, ποὺ θὰ νόμιζε ὅτι συμμετέχει καὶ ὁ ἴδιος σ᾿ αὐτά.


Προτομή του Α. Βαλαωρίτη. Βρίσκεται στον Εθνικό Κήπο (Αθήνα)

Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης - Βιογραφία, Ἐργοκριτική

Ἀξιόλογος, γιὰ τὴν ἐποχή του, ποιητής, μὲ σημαντικὴ παράλληλη πολιτικὴ δραστηριότητα, ὁ Ἀριστοτέλης - Μόσχος Βαλαωρίτης γεννήθηκε στὴ Λευκάδα τὴν 1η Σεπτεμβρίου τοῦ 1824. Γόνος οἰκογένειας μὲ ἔντονη ἀγωνιστικὴ δράση κατὰ τὰ ἐπαναστατικὰ χρόνια (ἁρματολοὶ τῆς Δ. Ἑλλάδας), ζεῖ τὰ πρῶτα παιδικά του χρόνια στὴν ἀγγλοκρατούμενη Λευκάδα, ἀπολαμβάνοντας τὰ προνόμια ποὺ τοῦ ἐξασφάλιζαν οἱ ἀνθηρὲς ναυτιλιακὲς καὶ ἐμπορικὲς ἐπιχειρήσεις τοῦ πατέρα του, Ἰωάννη Βαλαωρίτη.
Παρακολουθεῖ τὰ πρῶτα του μαθήματα στὴν Ἰόνιο Ἀκαδημία μὲ δασκάλους ἐπιφανεῖς, ὅπως τὸν Ἰ. Οἰκονομίδη καὶ τὸν Κ. Ἀσώπιο, ἐνῷ τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του θὰ τὶς συμπληρώσει στὴν Εὐρώπη, στὴν Ἰταλία καταρχήν, στὴν Ἐλβετία κατόπιν, γιὰ νὰ καταλήξει στὸ Παρίσι, ὅπου ἐγγράφεται στὴ Νομικὴ Σχολὴ (1844). Δὲν θὰ ὁλοκληρώσει, ὡστόσο, ἐκεῖ τὶς πανεπιστημιακές του σπουδές, καθὼς κάποια προβλήματα ὑγείας θὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ ἐπιστρέψει στὴ Λευκάδα γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα. Τὸ πτυχίο του θὰ τὸ πάρει καὶ θὰ ἀνακηρυχθεῖ διδάκτωρ τοῦ δικαίου ἀπὸ τὸ πανεπιστήμιο τῆς Πίζας στὴν Ἰταλία (1848).
Ἀκολουθεῖ μία περίοδος ταξιδιῶν στὴν Εὐρώπη καὶ γνωριμίας μὲ ποικίλα ἐπαναστατικὰ κινήματα τῆς περιόδου. Στὰ 1852 ὁ Βαλαωρίτης παντρεύεται τὴν Ἐλοΐζα Τυπάλδου, μὲ τὴν ὁποία ἕνα χρόνο ἀργότερα (1853) θὰ ἐπιστρέψει στὴ Λευκάδα, ὅπου τὸ ζεῦγος θὰ ἐγκατασταθεῖ ὁριστικά. Ἀπὸ τὸ γάμο του ἀπέκτησε ἑπτὰ παιδιά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὅμως ὁ ποιητὴς θὰ θρηνήσει τρεῖς κόρες ποὺ πεθαίνουν σὲ νεαρὴ ἡλικία, ἐνῷ δὲν θὰ προλάβει νὰ δεῖ καὶ τὸ θάνατο τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ γιούς του, τοῦ Αἰμίλιου (1882).
Μὲ τὴν ἐγκατάστασή του στὴ Λευκάδα, τὸ 1853, ὁ Βαλαωρίτης συντάσσεται μὲ τὴν φιλελεύθερη παράταξη τῶν ριζοσπαστικῶν, ὡς ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς ἕνωσης τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὴν κυρίως Ἑλλάδα. Τέσσερα χρόνια ἀργότερα (1857) ἐκλέγεται βουλευτὴς τῆς Ἰονίου Βουλῆς καὶ ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη ἀγόρευσή του ἀφήνει νὰ διαφανεῖ τὸ πάθος του καὶ ἡ ρητορική του δεινότητα. Ἔκτοτε, ὡς καὶ τὸ 1864, ὁπότε καὶ ἐπιτυγχάνεται ἡ ἕνωση τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὴν Ἑλλάδα, ὁ Βαλαωρίτης ἐπιδεικνύει ἐντονότατη πολιτικὴ δράση.
Ἱδρύει κομιτᾶτο στὴ Λευκάδα, ἐργάζεται μὲ πάθος γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἠπείρου, ἐκλέγεται, τὸ 1864, πρῶτος πληρεξούσιος της Λευκάδας στὴ Β´ Ἐθνοσυνέλευση Ἀθηνῶν, ἐνῷ τὸ 1865 καὶ τὸ 1868 ἐκλέγεται βουλευτὴς μὲ τὸ κόμμα τοῦ Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου. Ἡ νοθεία στὶς ἐκλογὲς τοῦ 1868, ὅμως, καθὼς καὶ ἄλλα πολιτικὰ γεγονότα τῆς περιόδου θὰ τὸν ἀπομακρύνουν ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ πολιτικὴ δράση.
Τὰ ὑπόλοιπα, λιγοστά, χρόνια της ζωῆς του τὰ ἀφιερώνει στὴν ποίηση. Κορυφαία στιγμή του ἡ 25η Μαρτίου 1872, ὁπότε ἀπαγγέλει ποίημά του κατὰ τὴν τελετὴ τῶν ἀποκαλυπτηρίων ἀγάλματος τοῦ Πατριάρχη Γρηγορίου Ε´ καὶ καθιερώνεται στὴ συνείδηση τοῦ εὐρέος κοινοῦ ὡς ἐθνικὸς ποιητής. Ὁ θάνατος θὰ τὸν βρεῖ στὶς 24 Ἰουλίου 1879, σὲ ἡλικία μόλις 56 ἐτῶν, προτοῦ προλάβει νὰ ὁλοκληρώσει τὸ μεῖζον ποιητικό του ἔργο τὸν Φωτεινό.
Ἤδη ἀπὸ τὸ 1847, ὄντας φοιτητής, ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης τυπώνει τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογή, τὰ Στιχουργήματα, πρωτόλεια ὁπωσδήποτε ποιήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δίνουν οὐσιαστικὰ τὸ λογοτεχνικό του στίγμα. Δέκα χρόνια ἀργότερα, τὸ 1857, θὰ ἔρθει ἡ δεύτερη ἔκδοσή του τὰ Μνημόσυνα, μιὰ συλλογὴ δώδεκα ποιημάτων ἐλεγειακοῦ τόνου καὶ ὕφους, μὲ θέμα τοὺς θανάτους προσφιλῶν προσώπων συνυφασμένους μὲ τὴν τουρκικὴ καταπίεση ποὺ γνώρισε ἡ Ἑλλάδα, ποιημάτων ποὺ προδίδουν τὴ ρομαντικὴ τάση τοῦ ποιητῆ φορτισμένη, ὅμως, μὲ τὸ ἐθνολατρικο στοιχεῖο. Ὁ ἐθνικὸς χαρακτήρας τῆς ποίησής του θὰ παγιωθεῖ στὸ πρῶτο μεγάλο συνθετικό του ποίημα τὴν Κυρὰ Φροσύνη, ἔμμετρο σύνθεμα μὲ θεατρικὴ δομή, ποὺ ἐκδίδεται τὸ 1859. Στὸ ἔργο αὐτό, παρασυρμένος ἴσως ὁ ποιητὴς ἀπὸ τὸ πάθος του νὰ ἐκφράσει (μέσα ἀπὸ τὸ γνωστὸ περιστατικὸ τοῦ πνιγμοῦ τῆς ἠπειρώτισας Φροσύνης, ἐπειδὴ δὲν ἀνταποκρίθηκε στὸν ἔρωτα τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ) ὅλο τὸ δρᾶμα τοῦ καταπιεζόμενου ἔθνους, ἀποδεικνύεται μᾶλλον κακός, συγκεντρώνοντας σ᾿ ἕνα βαρυφορτωμένο σύνολο ἀκραῖες ρομαντικὲς σκηνὲς καὶ υἱοθετώντας ἕνα λόγο ρητορικό, σχεδὸν ἐπιδεικτικό.
Καλύτερη τύχη ἔχουν τὰ ἐκτενῆ ποιητικὰ τοῦ συνθέματα Ἀθανάσης Διάκος καὶ Ἀστραπόγιαννος, ποὺ γράφονται τὴν περίοδο 1865-1866 καὶ τυπώνονται τὸ 1867 μαζί. Ἐπικεντρωμένος καὶ πάλι στὴν ἡρωικὴ ἔκφραση ἑνὸς ἐθνικοῦ ἰδεαλισμοῦ, ὁ Βαλαωρίτης χειρίζεται ἐπαρκέστερα τὰ μέσα του, ἀλλὰ δὲν ἀποφεύγει κι ἐδῶ τὶς ὑπερβολές.
Τὸ πιὸ μεγαλόπνοο, ὅμως, ἔργο του, τὸ ποίημα Φωτεινός, ὁ ποιητὴς δὲν προφταίνει νὰ τὸ ὁλοκληρώσει. Ἐπεξεργάστηκε μονάχα τὰ τρία πρῶτα «ᾄσματα», τὰ ὁποῖα, ὡστόσο, λειτουργοῦν ὡς ἐπαρκὲς δεῖγμα μιᾶς ποιητικῆς ὡριμότητας, ποὺ δὲν πρόφτασε, δυστυχῶς, νὰ λάβει τελικὴ μορφή.
Γενικά, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ πῶς ἡ περίπτωση τοῦ Βαλαωρίτη χαρακτηρίζεται ἀπὸ μία ἰδιοφυία ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ δώσει ἁρμονικὸ ἀποτέλεσμα. Ἀπὸ τὴ μιὰ ἡ ποιητική του αἴσθηση, πολὺ κοντὰ (ὑπερβολικὰ ἴσως) στὶς ἐπιταγὲς τοῦ ρομαντισμοῦ, ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἐντονότατη πολτικὴ ἀνησυχία του κι ἕνα μαχητικὸ ἐθνικὸ ἰδεῶδες συγκρούστηκαν τελικά, παρὰ ἐναρμονίστηκαν. Μολονότι στὴν ἐποχή του ὁ Βαλαωρίτης κατάφερε νὰ ἐκφράσει ἕνα συλλογικὸ ἐθνικὸ πνεῦμα μὲ ἐπιτυχία καὶ νὰ θεωρηθεῖ ἀπὸ τὸ εὐρὺ κοινὸ «ἐθνικὸς ποιητής», μολονότι κατάφερε νὰ ἐπηρεάσει ἀρκετοὺς σύγχρονους καὶ μεταγενέστερους ποιητές, τὰ βαρυφορτωμένα ποιήματά του δὲν ἄντεξαν στὸν χρόνο, παρὰ σὲ μικρὰ μέρη τους, ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα καταδεικνύουν ἕνα πνεῦμα εὐαίσθητο καὶ ἀνήσυχο ποὺ ἐκφράζεται μὲ μία μεγαλορρημοσύνη κάποτε γοητευτική.